Blog
Κείμενα

Τρεῖς δωρεὲς τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, Χριστὸς ἀνέστη!
Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες εὐλογίες ποὺ εἴχαμε ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ἀξιωθήκαμε καὶ ἐφέτος νὰ ἑορτάσουμε γιὰ μία ἀκόμη φορὰ τὴ λαμπροφόρο Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας καὶ νὰ ζήσουμε μέσα στὸ γεμάτο ἀπὸ πηγαία καὶ ἀληθινὴ χαρὰ ἀναστάσιμο κλῖμα, τὸ ὁποῖο διαρκεῖ σαράντα ὁλόκληρες μέρες, μὲ κυρίαρχο τὸν ὕμνο, Χριστὸς ἀνέστη! Ἐὰν εἴχαμε πλήρη τὴ συναίσθηση τὶ εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὶ σημαίνει γιὰ τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς, ὄχι μόνον θὰ γιορτάζαμε καὶ θὰ πανηγυρίζαμε ἀσταμάτητα, ἀλλὰ θὰ εἴχαμε νικήσει κάθε φόβο καὶ στενοχώρια καὶ θὰ εἴχαμε ὑπερνικήσει κάθε δυσκολία στὸν βίο μας. Καὶ ἀκόμη θὰ κάναμε τὸ πᾶν γιὰ νὰ ἀξιοποιήσουμε τὴν ἀπερίγραπτη αὐτὴ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο καὶ στὸν κόσμο.
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἕνα ἀναμφισβήτητο ἱστορικὸ γεγονός. Συνέβη μέσα στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία καὶ καταγράφηκε ἀπὸ αὐτήν. Συγχρόνως ὅμως εἶναι καὶ ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖο δὲν ἑρμηνεύεται μὲ τὴν ἀνθρώπινη λογική. Τὸ πῶς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς βγῆκε ἀπὸ τὸ μνῆμα ἀναστημένος κανένας ἀνθρώπινος νοῦς δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς τὸ ἐξηγήση. Κανεὶς ἄλλωστε δὲν εἶδε τὸν Χριστὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀνασταινόταν. Κι ὅμως ὁ Χριστὸς μετὰ τὸν βεβαιωμένο θάνατό του ἐμφανίσθηκε ζωντανὸς μὲ πολλὲς μαρτυρίες, ὥστε νὰ μὴν ὑπάρχη καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἀναστήθηκε. Αὐτὸ τὸ ἱστορικὸ γεγονὸς – θαῦμα γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους χριστιανοὺς ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τῆς Πίστεώς μας, τῆς λατρείας μας καὶ τῆς ζωῆς μας.
Εἶναι γνωστὸ ὅτι τὰ τέσσερα Εὐαγγέλια τῆς Καινῆς Διαθήκης, τὰ ὁποῖα φυλάγει καὶ ἑρμηνεύει ἡ Ἐκκλησία, περιγράφουν λόγους καὶ γεγονότα ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Κάθε Εὐαγγέλιο δὲν περιέχει ὅλα τὰ λόγια καὶ ὅλα τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Κάποια ἀπὸ αὐτὰ περιέχονται σὲ ἕνα Εὐαγγέλιο, κάποια σὲ δύο, κάποια σὲ τρία καὶ κάποια ἄλλα σὲ ὅλα, καὶ στὰ τέσσερα. Τὰ γεγονότα ποὺ δὲν παραλείπονται ἀπὸ κανένα Εὐαγγέλιο εἶναι τὰ πάθη καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μόνον αὐτὸ τὸ γεγονὸς δείχνει ὅτι ὁ θάνατος καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελοῦν τὰ πιὸ κεντρικὰ καὶ οὐσιαστικὰ γεγονότα στὴν Πίστη μας.
Τὴν ἴδια θέση ἔχουν τὰ γεγονότα αὐτὰ καὶ στὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀρκεῖ νὰ προσέξουμε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο τὰ ἀποτυπώνουμε καὶ τὰ γιορτάζουμε. Τὰ πάθη καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελοῦν δύο ὄψεις ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ νομίσματος. Κι αὐτὸ φαίνεται πολὺ καλὰ στὸ ἅγιο καὶ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ στὴ μία του ὄψη ἔχει τὴν εἰκόνα τῆς Σταυρώσεως καὶ στὴν ἄλλη τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ γιορτὴ πάλι τῆς Ἀναστάσεως μέσα στὸν ἑορταστικὸ κύκλο τῆς Ἐκκλησίας βρίσκεται ἀνάμεσα σὲ δύο μεγάλες περιόδους· στὴν περίοδο τῆς ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ποὺ εἶναι περίοδος προετοιμασίας γιὰ τὴν Ἀνάσταση, καὶ στὴν περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου, ποὺ εἶναι περίοδος συνεχοῦς ἑορτασμοῦ τῆς Ἀναστάσεως. Ὅσο πιὸ μεγάλο εἶναι ἕνα γεγονός, τόσο περισσότερο καὶ καλύτερα προετοιμάζεται κάποιος γιὰ νὰ τὸ δεχθῆ. Κι ὅσο πιὸ σημαντικὸ εἶναι ἕνα γεγονός, τόσο πιὸ ἔντονα καὶ πιὸ παρατεταμένα τὸ γιορτάζουμε. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ μὲ τὸν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία τοποθετεῖ τὴν Ἀνάσταση στὴ λατρευτική της τάξη δείχνει τὴ μεγάλη σπουδαιότητα ποὺ αὐτὸ ἔχει.
Γιὰ τὸν συνειδητὸ χριστιανὸ ἡ ἀλήθεια τῆς Ἀναστάσεως δὲν ἀποτελεῖ ζήτημα ἐρεύνης. Ὁ χριστιανὸς κάθε ἐποχῆς ἔχει τὴν ἐμπειρία τῆς Ἀναστάσεως. Δὲν πιστεύει σ᾿ αὐτὴν ἐπειδὴ διάβασε κάποιο βιβλίο καὶ ἔμαθε γνωσιολογικὰ ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ζώντας μέσα στὴν Ἐκκλησία ὡς ζωντανό της μέλος εἶδε τὸν ἀναστημένο Χριστό. Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια τὴν ὁμολογοῦμε ἐπίσημα· «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν Ἰησοῦν τὸν μόνον ἀναμάρτητον. Τὸν Σταυρόν σου, Χριστέ, προσκυνοῦμεν καὶ τὴν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν ὑμνοῦμεν καὶ δοξάζομεν». Αὐτὴ εἶναι ἡ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἐκφράζει τὴν ἀλήθεια τῆς Πίστεως καὶ τὸν τρόπο τῆς βιωτῆς τῶν πιστῶν. Δὲν λέγει, «Ἀναγνώσαντες περὶ τῆς Ἀναστάσεως…», ἀλλὰ «θεασάμενοι». Τὰ γνήσια, αὐθεντικὰ καὶ θεόπνευστα βιβλία τῆς Ἐκκλησίας δὲν κάνουν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀποτυπώνουν αὐτὴ τὴν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας.
Πῶς ὅμως ἐμεῖς, ποὺ ζοῦμε εἴκοσι αἰῶνες μετὰ Χριστὸν ἔχουμε τὴν ἐμπειρία τῆς Ἀναστάσεως; Πῶς μποροῦμε νὰ ἰσχυριζόμαστε ὅτι «ἐθεασάμεθα» τὸν ἀναστημένο Χριστό; Αὐτὸ τὸ ἐξήγησαν ἀπὸ παλαιὰ οἱ ἅγιοι καὶ θεοφόροι Πατέρες. Τὴν ἐξήγηση αὐτὴ τὴν παρουσίασε μὲ ἕνα χαρακτηριστικὸ παρὰδειγμα πρὶν ἀπὸ χρόνια ὁ σεβαστός μου καθηγητὴς κ. Στέργιος Σάκκος σὲ ἄρθρο του στὸ περιοδικὸ «Ἀπολύτρωση» μὲ τίτλο: «Οἱ ἐπιζῶντες μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως».
“Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, λέγει, δὲν πίστεψαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, παρὰ μόνον ὅταν τὸν εἶδαν αὐτοπροσώπως. Ἀποκλείεται, λοιπόν, νὰ ἀπατήθηκαν. Ἀλλὰ οὔτε καὶ προσπάθησαν νὰ ἀπατήσουν. Διότι δὲν ἀπατᾶ ὁ μάρτυρας ἑνὸς γεγονότος, ὅταν εἶναι μάρτυρας, δηλαδὴ ἐπιμένει στὴ μαρτυρία του μέχρι βασανιστηρίων καὶ θανάτου. Ὁ ἄνθρωπος πολλὰ διακινδυνεύει γιὰ ἕνα ψέμμα ποὺ λέγει, ἀλλὰ ὄχι καὶ τὴ ζωή του, ἡ ὁποία εἶναι ὅ,τι πολυτιμότερο ἔχει. Οἱ Ἀπόστολοι, λοιπόν, εἶναι καὶ αὐτόπτες καὶ ἀξιόπιστοι μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ μαθητὲς τῶν Ἀποστόλων, ὡς αὐτόπτες τῆς σφαγῆς τους γιὰ τὴ μαρτυρία τῆς Ἀναστάσεως, γίνονται καὶ αὐτοὶ κατὰ κάποιον τρόπο αὐτόπτες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Διότι τὸ μαρτύριο τῶν Ἀποστόλων πιστοποιεῖ τὴν ἀλήθεια τῆς μαρτυρίας τους, ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε. Κατά παρόμοιο τρόπο καὶ οἱ χριστιανοὶ ποὺ βλέπουν νὰ σφαγιάζονται οἱ μαθητὲς τῶν Ἀποστόλων, ἐπειδὴ διακηρύττουν ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, γίνονται καὶ αὐτοὶ αὐτόπτες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, ἑδραιώνεται καὶ μεταδίδεται ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ ἡ μαρτυρία τῆς Ἀναστάσεως. Καμμία δικαστικὴ ὑπόθεση δὲν εἶχε τόσους καὶ τέτοιους μάρτυρες, ποὺ νὰ ἀνέρχονται σὲ πολλὰ ἑκατομμύρια καὶ νὰ πεθαίνουν γιὰ τὴ μαρτυρία τους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχουν ζήσει σὲ διάφορους τόπους καὶ σὲ διαφορετικὲς ἐποχές.
Ἡ μαρτυρία αὐτὴ φθάνει μέχρι σήμερα. Εἶναι σὰν νὰ ὑποθέσουμε ὅτι δύο ἢ τρεῖς ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους δὲν πέθαναν ἀκόμη, ἀλλὰ ζοῦν σὲ ἡλικία μεγαλύτερη ἀπό δύο χιλιάδες ἔτη. Αὐτοὶ θὰ μποροῦσαν νὰ μαρτυροῦν σὲ ὅλες τὶς γενιὲς καὶ στὴ δικὴ μας ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε.
Ἕνας τέτοιος ὑπεραιωνόβιος αὐτόπτης μάρτυρας τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία κατέχει συνεχῶς τὴ μαρτυρία τῆς Ἀναστάσεως καὶ διαγγέλει αὐτὴν στὴν ἀνθρωπότητα, μὲ τὴ διαβίβαση τῆς αὐτοψίας ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους στοὺς μαθητές τους καὶ ἀπὸ αὐτοὺς σὲ ὅλες τὶς γενιὲς μέχρι σήμερα. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνας μάρτυρας τῆς Ἀναστάσεως ποὺ διαρκῶς σφαγιάζεται γιὰ τὴν ἐπικύρωση τῆς μαρτυρίας καὶ πάντοτε ζεῖ γιά τὴ διακήρυξη τῆς μαρτυρίας. Θέλετε, λοιπὸν, νὰ βεβαιωθεῖτε ἀπὸ αὐτόπτη μάρτυρα ἐὰν ὄντως συνέβη ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ; Ἐρωτῆστε τὴν Ἐκκλησία. Αὐτὴ εἶδε τὴν Ἀνάσταση, αὐτὴ ἐπιζεῖ μέχρι σήμερα καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς πληροφορήση ὑπεύθυνα”[1].
Τὴν ἴδια βασικὴ ἀλήθεια θὰ παρουσιάσω καὶ μὲ ἕνα ἄλλο παράδειγμα. Στὸ ἀνθρώπινο σῶμα ἔχουμε ἀλλαγὴ στὰ κύτταρα. Τὰ κύτταρα τὰ ὁποῖα ἔχει ἕνας ἄνθρωπος ἀλλάζουν. Στὴν ἐφηβικὴ ἡλικία θὰ ἔχη διαφορετικὰ κύτταρα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ εἶχε ὡς βρέφος. Ὡς ἐνήλικας θὰ ἔχη διαφορετικὰ κύτταρα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ εἶχε ὡς ἔφηβος καὶ παρομοίως ὡς γέροντας διαφορετικά ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ εἶχε ὡς ἐνήλικας. Ὅμως αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τοῦ βίου του ὡς τὴν τελευταία ποὺ θὰ παραδώση τὸ πνεῦμα του, ἔχει τὴ συνείδηση ὅτι εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο. Ἀκριβῶς ἔτσι γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας δὲν πεθαίνει. Ἐμεῖς εἴμαστε τὰ κύτταρα. Πεθαίνει τὸ ἕνα κύτταρο-μέλος, ἄλλο ἔρχεται στὴ θέση του. Ἀναπληρώνονται τὰ μέλη, ἀλλὰ ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἴδια. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας μαρτυρεῖ γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας, διότι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ ἐμπειρία τῆς Ἀναστάσεως βιώνεται μέσα στὴ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία ἐκφράζεται στὴν Θεία Λειτουργία. Κέντρο τῆς Θείας Λειτουργίας εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία, στὴν ὁποία παρευρίσκεται καὶ μεταδίδεται ὁ ἴδιος ὁ ἀναστημένος Χριστός. Τὸ ἱερὸ τοῦτο Μυστήριο, τὸ ὁποῖο τέλεσε ὁ Χριστὸς στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ ἔπειτα στοὺς Ἐμμαούς, τὸ παρέλαβε ἡ Ἐκκλησία καὶ ἔκτοτε ἐπαναλαμβάνεται συνεχῶς καὶ ἀδιακόπως. Ἂν ἀναλογισθοῦμε σὲ πόσους ἱεροὺς ναοὺς καὶ σὲ πόσους τόπους σὲ ὅλη τὴ γῆ τελεῖται κάθε μέρα τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας κι ἂν λάβουμε ὑπ᾿ ὅψη μας καὶ τὴ διαφορὰ τῶν ὡρῶν στοὺς διάφορους τόπους πάνω στὴ γῆ, τότε διαπιστώνουμε ὅτι ἔχουμε διαρκῶς τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ μέσα στὸν κόσμο μας μὲ τὴν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἐδῶ καὶ δύο χιλιάδες χρόνια. Αὐτὴ εἶναι ἡ συγκλονιστικότερη μαρτυρία τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.
Ἐμεῖς οἱ πιστοὶ ὄχι ἁπλῶς βλέπουμε τὸν Χριστό, ἀλλὰ τὸν ἀγγίζουμε. Πρωτίστως οἱ ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι καθὼς λαμβάνουν μὲ τὰ χέρια τους τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο, τὰ ὁποῖα ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ μετατρέπει σὲ αὐτὸ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἀγγίζουν τὸ ἴδιο τὸ Σῶμα τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ. Ἔπειτα ὁλοι οἱ χριστιανοὶ οἱ ὁποῖοι συμμετέχουν στὴν Θεία Κοινωνία, γεύονται αὐτόν τὸν ἀναστημένο Χριστό. Ἀποδεικνύεται, λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι τυχαῖοι οἱ λόγοι μὲ τοὺς ὁποίους ἀποχαιρέτησε ὁ Χριστὸς τοὺς μαθητές του πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνάληψη: «καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»[2].
Ξεκινώντας ἀπὸ αὐτὴ τὴ βάση δὲν ἔχουμε καμμία ἀγωνία γιὰ τὸν ἀμετροεπῆ θόρυβο, ποὺ ξεσηκώθηκε τὸν τελευταῖο καιρὸ σχετικὰ μὲ τὸ ἀπὸ τὸν 2ο μ.Χ. αἰώνα γνωστὸ ψευδεπίγραφο ἀπόκρυφο βιβλίο τῶν αἱρετικῶν Γνωστικῶν, τὸ λεγόμενο «Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰούδα», ἀλλὰ καὶ τὸ στηριγμένο στὴν ἀχαλίνωτη φαντασία νεώτερο μυθιστόρημα, «Κώδικας Ντὰ Βίντσι», καὶ ἄλλα παρόμοια βιβλία, ποὺ πλήθαιναν τελευταῖα χάριν τοῦ κέρδους.
Κάθε βιβλίο ποὺ παράγει ἡ ἐξημμένη φαντασία τοῦ καθενός, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ νὰ πλουτίση καὶ νὰ δοξασθῆ, καθὼς καὶ ἐκείνων ποὺ ἐπιδιώκουν νὰ ἀποδυναμώσουν τὴν πατροπαράδοτη Πίστη, δὲν ἀποτελοῦν κριτήρια γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν Ἀνάστασή του. Ἡ πίστη μας σ᾿ Αὐτὸν καὶ στὴν Ἀνάστασή του δὲν στηρίζονται πρωτίστως σὲ ὁποιοδήποτε βιβλίο, ἀλλὰ στὴν ἐμπειρία τοῦ ζῶντος Σώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἁγίων της. Μὲ βάση αὐτὴ τὴν ἐμπειρία κρίνεται τὸ ὁποιοδήποτε βιβλίο. Ἐμεῖς ὡς πιστοὶ δὲν ἀντιμετωπίζουμε κανένα δίλημμα ὡς πρὸς τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸ πρόσωπο καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε τὴν ἐμπειρία. Εἴδαμε τὸν ἀναστημένο Χριστό. Ζοῦμε τὴν Ἀνάστασή του καὶ προσδοκοῦμε τὴν δική μας ἀνάσταση.
Ἐδῶ ὅμως τίθεται ἕνα ἄλλο σημαντικὸ καὶ ἐνδιαφέρον ἐρώτημα, ποὺ μᾶς ἀφορᾶ ἄμεσα: «Καλά, γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἡ Ἀνάσταση εἶναι σημαντικώτατο καὶ κεντρικώτατο γεγονός. Τί σχέση ὅμως ἔχει αὐτὸ μὲ ἐμᾶς; Τὶ σημασία ἔχει γιὰ τὴ ζωή μας;». Σ᾿ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα θὰ ἀπαντήσω κάπως πιὸ ἐκτεταμένα. Γιὰ νὰ μπορέσω δὲ νὰ ἀπαντήσω πιὸ ὑπεύθυνα, θὰ καταφύγω στὸν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ γιὰ τρεῖς θαυμαστὲς δωρεὲς τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ πρὸς ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους.
Στὸ δεύτερο κεφάλαιο τῆς πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς του ὁ ἀπόστολος Παῦλος, προσπαθώντας νὰ δείξη στοὺς χριστιανοὺς τῆς Ἐφέσου τὴν ἀπέραντη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους κάνει μία σύγκριση. Συγκρίνει τὴ ζωή τους, ὅπως ἦταν πρὶν γνωρίσουν τὸν Χριστό, πρὶν γίνουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴ ζωή τους μετὰ τὴν ἔνταξή τους στὴν Ἐκκλησία. Τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς πρώτης περιόδου τῆς ζωῆς τους ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἦταν ἡ νέκρωση, ἡ ὑποδούλωση στὸν σατανᾶ καὶ ἡ ἀποξένωση ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅλα αὐτὰ δείχνουν τὴν ἀξιοθρήνητη κατάπτωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν τραγικότητα, στὴν ὁποία ἔφθασε. Τὸ χειρότερο δὲ ἀπὸ ὅλα ἦταν τὸ ἀδιέξοδο στὸ ὁποῖο βρέθηκε ὁ ἄνθρωπος. Δηλαδή, νεκρός, ὑπόδουλος, ἀποξενωμένος, καὶ συγχρόνως χωρὶς καμμία ἐλπίδα γιὰ καλυτέρευση καὶ σωτηρία.
Σ᾿ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν κρίσιμη ὥρα, τὴν ὥρα μηδέν, ἔγινε ἡ σωτήρια ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἦρθε στὸν κόσμο, κήρυξε τὴν ἀλήθεια, θαυματούργησε γιὰ νὰ δείξη ὅτι δὲν ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, πέθανε, τάφηκε καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες ἀναστήθηκε ἀπὸ τὸν τάφο. Ἡ Ἀνάστασή του, λοιπόν, ὑπῆρξε τὸ ἀποκορύφωμα τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας του. Τὸ τὶ ἀκριβῶς προσέφερε ὁ Χριστὸς στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασή του, ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὸ περιγράφει μὲ τρία ρήματα· Συνεζωοποίησε, Συνήγειρε, Συνεκάθισε. Τὰ τρία αὐτὰ ρήματα ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν προϋποθέτουν τὶς τρεῖς ὄψεις τῆς δυστυχίας καὶ καταπτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ δηλώνουν τὶς ἀνέκφραστες δωρεὲς τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ θὰ ἐπιμείνω στὸ καθένα ἀπὸ αὐτὰ καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ ἐμβαθύνω στὰ πραγματικά τους νοήματα, ὅπως τὰ προσεγγίζουν οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
α. ΣΥΝΕΖΩΟΠΟΙΗΣΕ
Τὸ ρῆμα αὐτὸ ἀναφέρεται στὴ ζωοποίηση τοῦ ἀνθρώπου. Ἑπομένως προϋποθέτει τὴ νέκρωσή του. Κι ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ νέκρωση πρέπει νὰ διευκρινήσουμε ὅτι ἐννοοῦμε τόσο τὴν πνευματική, ὅσο καὶ τὴ σωματικὴ νέκρωση. Ἡ σωματικὴ νέκρωση δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸν χωρισμὸ τὴς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα. Ὁ κάθε ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή. Τὸ μὲν σῶμα γεννιέται ἀπὸ τοὺς γονεῖς μὲ τὴν δυνατότητα ποὺ ἔδωκε σ᾿ αὐτοὺς ὁ Θεός, ἡ δὲ ψυχὴ δημιουργεῖται κατ᾿ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἑνώνεται μὲ τὸ σῶμα κατὰ τὴν ὥρα τῆς συλλήψεως. Ὅπως ἡ ἕνωση τῆς ψυχῆς μὲ τὸ σῶμα σηματοδοτεῖ τὴ γέννηση τοῦ ἀνθρώπου, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα σηματοδοτεῖ τὸν θάνατο, τὴ σωματικὴ δηλαδὴ νέκρωση.
Ἀντίστοιχη μὲ τὴ σωματικὴ νέκρωση εἶναι καὶ ἡ πνευματική, δηλαδὴ ὁ χωρισμὸς τοῦ ὅλου ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιὰ νὰ τὸ κατανοήσουμε αὐτὸ πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὅπως μὲ τὴν ἕνωση ψυχῆς καὶ σώματος γεννιέται ὁ ἄνθρωπος, ἔτσι στὸ ἅγιο Βάπτισμα μὲ τὴν ἕνωση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀναγεννιέται ὁ ἄνθρωπος καὶ γίνεται χριστιανός. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δεχθῆ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ αὐτὸ κατοικήση μέσα του, τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται πνευματικός. Εἶναι δηλαδὴ πνευματικὰ ζωντανός. Ἀπὸ κεῖ καὶ στὸ ἑξῆς ὁ χριστιανὸς δέχεται τὶς δωρεὲς καὶ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνάλογα μὲ τὴ διάθεσή του. Ἐὰν ἡ διάθεσή του εἶναι ἀρνητικὴ καὶ ἡ ζωή του ἀντίθετη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀναχωρεῖ, ἐγκαταλείπει τὸν χριστιανὸ καὶ ἐκεῖνος νεκρώνεται πνευματικά. Ἀπομένει τὸ σῶμα ἑνωμένο μὲ τὴν ψυχή, ἀλλὰ χωρὶς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅσο ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος εἶναι χαριτωμένος, τόσο ὁ χωρισμένος ἀπὸ αὐτὸ εἶναι ἀπεχθής, ἄθλιος, ταλαίπωρος. Ὁ πνευματικὰ νεκρωμένος ἄνθρωπος στὴν πραγματικότητα οὔτε βλέπει, οὔτε ἀκούει, οὔτε αἰσθάνεται. Οὐσιαστικὰ εἶναι ἕνα πτῶμα. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀναφέρεται σὲ ἐκείνους ποὺ ἐγκατέλειψαν τὸν Θεό, καὶ τὸν συναντοῦμε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. «Οὐ μὴ καταμείνῃ τὸ πνεῦμά μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις εἰς τὸν αἰῶνα διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας»[3]. Ὁ πνευματικὰ νεκρὸς εἶναι πωρωμένος. Κυβερνιέται ἀπὸ διεστραμμένες ἐπιθυμίες, οἱ ὁποῖες τὸν ὁδηγοῦν νὰ διαπράξη μικρὲς καὶ μεγάλες ἁμαρτίες, κάποτε δὲ καὶ ἐγκλήματα. Ἡ πνευματικὴ νέκρωση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι κατάντημα τοῦ ἀνθρώπου ὡς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι ὁ προάγγελος τῆς σωματικῆς νέκρωσης. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται δοῦλος τῶν παθῶν ἀλλὰ καὶ τοῦ θανάτου.
Σ᾿ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ νέκρωση ἀναφέρεται ἡ ζωοποίηση, ποὺ προσέφερε στὸν ἄνθρωπο ὁ ἀναστημένος Χριστός. Πρόκειται δηλαδὴ γιὰ τὴν ἐπανασύνδεση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅπως γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν ἱστορία τῶν Εὐαγγελίων, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν παροχὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς μαθητές του. Πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάστασή του ὁ Χριστὸς μίλησε στοὺς μαθητές του καὶ εἶπε· «Συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω. Ἐὰν γὰρ ἐγὼ μὴ ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς· ἐὰν δὲ πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς»[4]. Μετὰ τὴν Ἀνάστασή του ὁ Χριστός, σὲ μία ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐμφανίσεις του ἔδωκε στοὺς μαθητές του πνευματικὰ χαρίσματα καὶ μάλιστα τὴν ἐξουσία νὰ μεταδίδουν οἱ ἴδιοι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ σὲ ἄλλους. «Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον. Ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται»[5].
Ὁ ἀναστημένος Χριστὸς δίνει στοὺς μαθητές του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐνῶ συγχρόνως τοὺς κάνει κατὰ κάποιον τρόπο διαχειριστές του. Ἐκεῖνοι μεταβιβάζουν τὴν ἐξουσία αὐτὴ στοὺς διαδόχους τους, καὶ ἔτσι μὲ τὴν εὐλογία τῶν ἱερέων ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μεταφέρεται σὲ ὅλους τοὺς πιστοὺς μέσω τῶν ἱερῶν Μυστηρίων. Ἔτσι, μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔχει ἕνα ἰδιαίτερα σημαντικὸ ρόλο γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναζωογόνηση τῶν πιστῶν. Εἶναι Αὐτὸ ποὺ ἀλλοιώνει τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων· ποὺ ὁδηγεῖ τοὺς ἁμαρτωλοὺς στὴ μετάνοια· ποὺ κάνει τοὺς ὑπερήφανους ταπεινούς, τοὺς ἀκρατεῖς ἀσκητές, τοὺς ληστὲς καὶ τὶς πόρνες ἁγίους, τοὺς δειλοὺς μάρτυρες τοῦ Κυρίου. Εἶναι αὐτὸ ποὺ χαριτώνει τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἀνασταίνει πνευματικά· τοὺς ζωοποιεῖ ἀληθινά. Ἡ πνευματικὴ αὐτὴ ζωοποίηση ἀμέτρητων ἀνθρώπων μέσα στοὺς εἴκοσι αἰῶνες μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ καὶ τὴν ἐγγύηση γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν σωμάτων, ποὺ κήρυξε ὁ Χριστὸς καὶ ὕστερα οἱ ἀπόστολοι.
β. ΣΥΝΗΓΕΙΡΕ
Τὸ δεύτερο ρῆμα ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶναι τὸ συνήγειρε. Αὐτὸ ἀναφέρεται στὴν ἔγερση τοῦ ἀνθρώπου καὶ προϋποθέτει τὴν πτώση του. Εἶναι ἀπαραίτητο καὶ πάλι νὰ ξεκινήσουμε ἀπὸ τὴν ἀρνητικὴ αὐτὴ κατάσταση, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ κατανοήσουμε τὴν ἀξία τῆς μεγάλης δωρεᾶς τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ.
Τί εἶναι στὴν οὐσία της ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου; Εἶναι πτώση στὴ φθορὰ καὶ στὸν θάνατο. Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ μηδὲν καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ τὴ φύση του ὁδεύει πρὸς τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο. Ὁ μόνος τρόπος νὰ ὑπερνικήση τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο εἶναι ἡ συνεχὴς ἕνωσή του μὲ τὸν Θεό. Ἐφ᾿ ὅσον ὁ ἄνθρωπος συνδέεται μὲ τὸν Θεὸ καὶ εἶναι γεμάτος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ζωογονεῖται ἀπὸ Αὐτὸ καὶ διατηρεῖται στὴ ζωή. Ὅταν ἀποξενωθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ χάση τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τότε παραμένει ἕρμαιο τῆς φθορᾶς, ποὺ σιγὰ σιγὰ τὸν ὁδηγεῖ στὸν θάνατο. Στὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου διαπιστώνουμε κατὰ τὸν πιὸ ἁπτὸ τρόπο τὴν τραγικότητα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἀποξενώθηκε ἀπὸ τὸν Θεό. «Ὄντως φοβερώτατον τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον…», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας στὴν θαυμάσια νεκρώσιμη ἀκολουθία. Ὁ ἄνθρωπος ὁ πλασμένος κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ κείτεται κάτω, παγωμένο πτῶμα, χωρὶς πνοή, χωρὶς κάλλος, χωρὶς ψυχή. Καὶ σὲ λίγο θὰ ἀρχίση ἡ ἀποσύνθεση τοῦ σώματος ποὺ θὰ γίνη βορὰ τῶν σκωλήκων. Ποιός μπορεῖ νὰ σκεφθῆ εὐχάριστα αὐτὴ τὴν κατάληξη τοῦ ἀνθρώπου; Κανείς. Κι αὐτὸ διότι ὑπάρχει πηγαία μέσα στὸν ἄνθρωπο ἡ βαθύτατη ἐπιθυμία νὰ ζήση αἰώνια.
Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀνάγκη ἔρχεται νὰ ἐκπληρώση ἡ δεύτερη δωρεὰ τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ, ἡ ἔγερση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν πτώση. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σημαίνει νίκη κατὰ τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Ὅπως ἀκριβῶς τὸ ψάλλουμε στὸν ἀναστάσιμο ὕμνο· «θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος». Μὲ τὸν θάνατό του ὁ Χριστὸς νίκησε τὸν θάνατο. Πολὺ χαρακτηριστικὸ εἶναι καὶ τὸ ἀναστάσιμο ἐξαποστειλάριο· «Σαρκὶ ὑπνώσας ὡς θνητός, ὁ Βασιλεὺς καὶ Κύριος, τριήμερος ἐξανέστης, Ἀδὰμ ἐγείρας ἐκ φθορᾶς καὶ καταργήσας θάνατον. Πάσχα τῆς ἀφθαρσίας τοῦ κόσμου σωτήριον».
Ἡ δωρεὰ αὐτὴ τῆς ἐγέρσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν ἀναστάντα Χριστὸ ἐκ πρώτης ὄψεως δὲν εἶναι πολὺ φανερή, διότι μέχρι σήμερα ζοῦμε τὸ τραγικὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου. Ἡ νίκη αὐτὴ κατὰ τοῦ θανάτου θὰ φανῆ τέλεια στὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ἐγγύηση γιὰ τὴν ἀνάσταση αὐτὴ ἀποτελεῖ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε μαζὶ μὲ τὴ θεία του φύση καὶ ὁλόκληρη καὶ τέλεια τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ὅσο λοιπὸν φοβερὸ εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου, τόσο πιὸ σημαντικὴ καὶ σπουδαία εἶναι ἡ δωρεὰ τῆς Ἀναστάσεως.
γ. ΣΥΝΕΚΑΘΙΣΕ
Ἔρχομαι τώρα στὴν τρίτη δωρεὰ τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ, ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὸ ρῆμα συνεκάθισε. Εἰδικώτερα τὸ ρῆμα αὐτὸ ἀναφέρεται στὸ γεγονὸς τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως ἡ Ἀνάληψη εἶναι ἐπακόλουθο τῆς Ἀναστάσεως. Τότε στοὺς οὐρανοὺς ἀναλήφθηκε τὸ ἀναστημένο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ εἶχε πλέον νικήσει τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δόξασε τόσο πολὺ τὴ δική μας ἀνθρώπινη φύση, ὥστε τὴν ἔφερε καὶ τὴν ἔβαλε δίπλα στὸν θρόνο τοῦ Πατρός, στὰ δεξιά του, ἐκεῖ ὅπου κάθησε ὁ ἔνδοξος Υἱός.
Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν γιὰ νὰ πλησιάζη συνεχῶς πρὸς Αὐτὸν. Ὅσο πιὸ πολὺ ὁμοιάζει τὸν Θεὸ ὁ ἄνθρωπος, τόσο περισσότερο τὸν πλησιάζει. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως, ἀσκώντας τὴν ἐλευθερία του, ἀντὶ νὰ πλησιάζη τὸν Θεό, ὅλο καὶ περισσότερο ἀπομακρυνόταν ἀπὸ Αὐτόν. Ἀντὶ νὰ ζῆ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς ζῆ σύμφωνα μὲ τὸ δικό του ἁμαρτωλὸ καὶ διεστραμμένο θέλημα. Ἡ τακτικὴ αὐτὴ τὸν ὁδήγησε στὴν ἀπομάκρυνση καὶ τὴν ἀποξένωση ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅπως ὁ ἄσωτος υἱὸς ἔφυγε ἀπὸ τὸ πατρικό του σπίτι καὶ περιπλανήθηκε σὲ ξένους τόπους ρακένδυτος καὶ πεινασμένος, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐγκατέλειψε τὸν Θεό, γεύεται τοὺς πικροὺς καρποὺς τῆς ἀποστασίας του καὶ μένει ἀποξενωμένος ἀπὸ τὶς ζωογόνες εὐλογίες τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀπομάκρυνση καὶ ἡ ἀποξένωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεὸ σημαίνει τὴν καταστροφὴ καὶ τὸν ὄλεθρό του. Ὅπως τὸ λέγει ὁ Ψαλμωδός, «ἰδοὺ οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ σοῦ ἀπολοῦνται»[6].
Ὕστερ᾿ ἀπὸ αὐτὰ γίνεται κατανοητὸ ὅτι ἀνεκτίμητη προσφορὰ πρὸς τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ δυνατότητα νὰ προσεγγίση τὸν Θεό, νὰ βρεθῆ κοντὰ, μέσα στὴ δόξα του. Κι αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ πρόσφερε ὁ ἀναστημένος Χριστός. Ἀφοῦ ζωοποίησε τὸν πνευματικὰ νεκρὸ ἄνθρωπο, καὶ ἀφοῦ ἤγειρε τὸν φθαρέντα ἄνθρωπο, παρέλαβε ὁ ἴδιος τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ τὴν ἀνέβασε στὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ. Τὴν ἔφερε τόσο κοντὰ στὸν Θεό, ποὺ κανένας ἄλλος δὲν μποροῦσε νὰ τὴν φέρη. Αὐτὴν τὴν ἀλήθεια τὴν καταγράφει ὁ ὑμνωδὸς σ᾿ ἕνα τροπάριο τῆς Πεντηκοστῆς: «Τὴν φύσιν τῶν ἀνθρώπων, Χριστέ, φθορᾷ πεσοῦσαν ἐξανέστησας, καὶ τῇ ἀνόδῳ σου ὕψωσας, καὶ σαυτῷ ἡμᾶς ἐδόξασας»[7].
Καὶ οἱ τρεῖς δωρεὲς στὶς ὁποῖες ἀναφερθήκαμε παραπάνω σχετίζονται ἄμεσα μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ μικρὸ πρόσφυμα, τὴ μικρὴ λέξη, μὲ τὴν ὁποία ἀρχίζουν καὶ τὰ τρία ρήματα, στὰ ὁποῖα ἀναφερθήκαμε, συν-εζωοποίησε, συν-ήγειρε, συν-εκάθισε. Ἡ μικρὴ αὐτὴ λέξη ἔχει ἰδιαίτερη σημασία καὶ βάθος. Συνδέει τὶς ἐξαίρετες δωρεὲς μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ ἀναστημένου Κυρίου. Αὐτὴ ἡ προσωπικὴ συμμετοχὴ τοῦ ἰδίου τοῦ Θεανθρώπου στὶς τρεῖς δωρεὲς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, προσδίδει σ᾿ αὐτὲς ἀμέτρητη ἀξία. Οἱ τρεῖς δωρεὲς εἶναι ἀμετάκλητες, ἀδιάπτωτες, μόνιμες, ἐπειδὴ προέρχονται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἀναλλοίωτο Θεάνθρωπο. Ὁ Θεάνθρωπος ἔχει γιὰ πάντα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, αὐτὸ ποὺ ζωοποιεῖ. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πέθανε καὶ ἀναστήθηκε μαζὶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση, καὶ αὐτὴ παραμένει γιὰ πάντα μαζί του ἀναστημένη. Ὁ ἀναστημένος Χριστὸς ἀνέβηκε μαζὶ μὲ τὴν ἀναστημένη ἀνθρώπινη φύση στὸν οὐρανὸ καὶ κάθεται αἰώνια στὸν θρόνο τῆς δόξης, στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός. Ἀπομένει σ᾿ ἐμᾶς νὰ συμμετέχουμε ἐνεργὰ στὸ ἐκκλησιαστικό του Σῶμα καὶ νὰ εἴμαστε ὑγιῆ μέλη του. Τότε σίγουρα θὰ συνζωοποιηθοῦμε, θὰ συνεγερθοῦμε καὶ θὰ συγκαθήσουμε μὲ τὸν ἔνδοξο ἀναστημένο Χριστὸ στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐμπειρία τοῦ Ὀρθοδόξου πιστοῦ. Κι αὐτὴ ἡ ἐμπειρία ἐκφράζεται καθαρὰ στὸν ἀναστάσιμο ὕμνο: «Χθὲς συνεθαπτόμην σοι, Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι. Συνεσταυρούμην χθές, αὐτὸς με συνδόξασον, Σωτὴρ, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου»[8].
Ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, συναισθανόμενοι βαθιὰ τὶς ἀπερίγραπτες δωρεὲς τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ δὲν μᾶς ἀπομένει παρὰ νὰ λογισθοῦμε τὴν ἀνέκφραστη ἀγάπη τοῦ Κυρίου μας, τοῦ Νυμφίου τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὴ δική μας μικρότητα καὶ μικροψυχία. Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια ἐκφράζει ἕνα ἁπλὸ περιστατικό, ποὺ καταγράφεται στὸ Γεροντικό.
«Ὁ ἀββᾶς Μακάριος κάποτε μαζὶ μὲ τοὺς μοναχούς του περιόδευαν σὲ μοναστήρια τῆς Αἰγύπτου. Καθὼς περνοῦσαν ἀπὸ κάποιο χωριό, ὁ ἀββᾶς ἄκουσε ἕνα μικρὸ κοριτσάκι νὰ λέγη στὴ μητέρα του: “Μάνα, ὑπάρχει ἕνας πλούσιος ποὺ μ᾿ ἀγαπάει πολὺ κι ἐγὼ δὲν τὸν ἀγαπῶ. Κι εἶναι κι ἕνας ἄλλος ποὺ εἶναι πτωχὸς καὶ δὲν μ᾿ ἀγαπάει καθόλου, κι ἐγὼ τὸν ἀγαπῶ”. Ὅταν τ᾿ ἄκουσε αὐτά, κάλεσε τοὺς μοναχοὺς ὁ ἀββᾶς καί τοὺς εἶπε: “Σκεφθεῖτε. Ὑπάρχει ἕνας πλούσιος ποὺ μᾶς ἀγαπάει ὅσο κανένας ἄλλος, εἶναι ὁ Χριστός μας, κι ἐμεῖς δὲν τὸν ἀγαποῦμε. Κι εἶναι κι ἕνας ἄλλος πού εἶναι πτωχὸς καὶ δὲν μᾶς ἀγαπάει, ἀλλά μᾶς μισεῖ, εἶναι ὁ Σατανᾶς, κι ἐμεῖς τὸν ἀγαποῦμε, καί τόν ἀγαποῦμε πολύ»[9].
Ἔτσι συμβαίνει καὶ μὲ μᾶς, ποὺ πολλές φορές ξεχνοῦμε τὸν μεγάλο μας εὐεργέτη, τὸν ὁποῖο ἔπρεπε νὰ τόν ἀγαποῦμε πάνω ἀπ᾿ ὅλα.
Θὰ τελειώσω μὲ ἕνα ἄλλο σύγχρονο περιστατικό. Δὲν θὰ ξεχάσω ποτὲ πῶς βίωνε τὴν ἀλήθεια τῆς Ἀναστάσεως ἕνας ταπεινὸς μοναχὸς σὲ ὀρεινὸ Μοναστήρι τῆς Κεφαλονιᾶς, ὅταν τὸ 1979 τὸν συναντήσαμε μαζὶ μὲ ἄλλους ἀδελφοὺς σὲ μία ἔκτακτη ἐπίσκεψή μας. Στὸ τέλος μιᾶς ἀκολουθίας, στὴν ὁποία διαβάστηκε τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν –ἡ περικοπὴ ἐκείνη στὴν ὁποῖα ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπαντᾶ σὲ ὅσους δὲν πιστεύουν στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν–, ὁ μοναχὸς μᾶς πλησίασε, μᾶς κοίταξε στὰ μάτια καὶ ἀφήνοντας δυὸ δάκρυα καυτὰ νὰ κυλίσουν στὰ ρυτιδωμένα κάτισχνα μάγουλά του μπόρεσε νὰ ψελλίση· «Ἀκοῦς ἐκεῖ τσι᾿ ἄθλιοι νὰ λένε ὅτι δὲν ἀναστήθηκε ὁ Χριστὸς καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση νεκρῶν!».
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, Χριστὸς Ἀνέστη!
Ἀρχιμ. Αὐγουστῖνος Γ. Μύρου
[1] Ἀρ. φύλ. 304, Ἀπρ. 1971, σσ. 49-50· 64.
[2] Ματθ. 28,20.
[3] Γέν. 6,3.
[4] Ἰωάν. 16,7.
[5] Αὐτόθι, 20, 23.
[6] Ψαλμ. 72,27.
[7] ᾨδὴ γ΄ κανόνος α΄ τοῦ Ὄρθρου τῆς Ἀναλήψεως.
[8] ᾨδὴ γ΄ τοῦ Ἀναστασίμου κανόνος.
[9] Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου, Ἀποφθέγματα 24· ΕΠΕ Φιλοκαλία 1, 426-428.