Blog
Κείμενα

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα: Θεολογία καὶ ζωή
ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Ὁμιλία κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
Ἀξιωνόμαστε γιὰ μία ἀκόμη φορὰ στὸν προσωρινὸ ἐπίγειο βίο μας νὰ ἑορτάζουμε πανηγυρικά, λαμπρά, τὴν «μεθέορτον καὶ τελευταίαν ἑορτήν»[1], τὴν Ἁγίαν Πεντηκοστήν, τὴν «Πνεύματος ἐπιδημίαν καὶ προθεσμίαν ἐπαγγελίας καὶ ἐλπίδος συμπλήρωσιν»[2].
Ἡ ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος ἢ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως εἶναι περισσότερο γνωστή, δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἄλλη ὄψη τῆς μεγάλης καὶ ἐπισήμου ἐκκλησιαστικῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς. Καὶ εἶναι ὄντως μεγάλη καὶ ἰδιαίτερα σημαντικὴ ἑορτή, διότι δίνει σ᾿ ἐμᾶς τοὺς πιστοὺς τὴν εὐκαιρία νὰ προσεγγίσουμε καὶ νὰ ἐμβαθύνουμε στὴν θεολογία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ καὶ στὴν ἁγιοπνευματική μας ζωή. Πιὸ συγκεκριμένα, ἀπὸ ὅσα ἀκοῦμε καὶ βιώνουμε λατρευτικὰ στὴν ἱερὴ πανήγυρη, συνειδητοποιοῦμε, ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀνθρωπίνως, τὶ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως αὐτὸ ἀποκαλύφθηκε, καὶ τὶ ἀξιόλογο καὶ ἀπαραίτητο ἔχει νὰ προσφέρη σ᾿ ἐμᾶς.
Ἔχει μεγάλη σημασία νὰ γνωρίζουμε τὴν ἀληθινὴ θεολογία γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, διότι στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων ἐμφανίσθηκαν πολλοὶ αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι παραχάραξαν καὶ διεστρέβλωσαν τὴν ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια γι᾿ Αὐτό. Ἔχει ἐπίσης μεγάλη σημασία καὶ ἀξία νὰ γνωρίζουμε στὸ τὶ μᾶς εἶναι ἀπαραίτητη ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν πνευματική μας πορεία γιὰ τὴ σωτηρία, διότι ἀπὸ Αὐτὸ ἀντλοῦμε τὴν ὑπεράνθρωπη, τὴν θεϊκὴ δύναμη, γιὰ νὰ ἀγωνισθοῦμε πνευματικά.
Τὸ τὶ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς τὸ δίδαξαν οἱ ἅγιοι καὶ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, αὐτοὶ ποὺ εἶχαν τὴν ἐμπειρία τῆς θείας ἀποκαλύψεως. Μᾶς τὸ δίδαξαν καθὼς ἑρμήνευαν προσευχόμενοι τὶς θεόπνευστες Ἅγιες Γραφές, ἢ ἀντιμετωπίζοντας τὶς σχετικές κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν τῆς ἐποχῆς τους καὶ ἐκθέτοντας τὴν Ὀρθόδοξη ἀλήθεια στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεώς μας, ἢ ἀκόμη συνθέτοντας τοὺς λατρευτικοὺς ὕμνους γιὰ τὶς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτοὺς ποὺ ἀκοῦμε σήμερα καὶ αὔριο. Ὅλοι αὐτοὶ εἶναι τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους ἐκφράζεται ἡ ἀποκαλυπτικὴ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ τὶ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Ἐὰν οἱ διάφορες παλαιὲς καὶ νεώτερες αἱρέσεις δὲν ἀναγνωρίζουν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς ἀληθινὸ Θεό, ὅπως ὁ Μακεδόνιος καὶ οἱ ἄλλοι πνευματομάχοι, ἢ θεωροῦν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς μία ἁπλῆ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ὅπως οἱ λεγόμενοι Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, ἢ τὸ ὑποτιμοῦν ὡς κατώτερο ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα, ὅπως οἱ παλαιοὶ Μοναρχιανοί, ἀλλὰ καὶ σύγχρονοι δυτικοὶ καὶ δυτικίζοντες «θεολόγοι», ἢ διδάσκουν ὅτι ἐκπορεύεται ὄχι μόνον ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό, ὅπως συμβαίνει μὲ τοὺς παπικούς, τοὺς ὑπέρμαχους τοῦ δόγματος τοῦ filioque, ἢ τὸ ὑπερτιμοῦν, ὅπως συμβαίνει μὲ τοὺς Πεντηκοστιανοὺς καὶ ποικίλους ἄλλους χαρισματικούς, ἡ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολική, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πιστεύει σταθερὰ καὶ ἀμετακίνητα, αὐτὸ ποὺ ὁμολογεῖ μὲ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι «τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ κύριον, τὸ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν»· ἢ ὅπως τὸ ψάλλουμε στὸν λατρευτικό μας ὕμνο, «Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἦν μὲν ἀεὶ καὶ ἔστι καὶ ἔσται, οὔτε ἀρξάμενον οὔτε παυσόμενον, ἀλλ᾿ ἀεὶ Πατρὶ καὶ Υἱῷ συντεταγμένον καὶ συναριθμούμενον· ζωὴ καὶ ζωοποιοῦν· φῶς καὶ φωτὸς χορηγόν· αὐτάγαθον καὶ πηγὴ ἀγαθότητος, δι᾿ οὗ Πατὴρ γνωρίζεται καὶ Υἱὸς δοξάζεται καὶ παρὰ πάντων γινώσκεται μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις τῆς Ἁγίας Τριάδος»[3].
Μὲ ἁπλὰ λόγια τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔχει ὅλα τὰ γνωρίσματα τῆς ἀληθινῆς θεότητος, ποὺ ἔχουν καὶ τὰ ἄλλα δύο θεῖα πρόσωπα, ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱός. Εἶναι ἄναρχο καὶ ἀτελεύτητο. Δὲν ἔχει οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος. Εἶναι ὁμοούσιο, ἔχει τὴν ἴδια οὐσία μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό. Εἶναι τέλειος Θεός. Εἶναι ὅμως ξεχωριστὸ ὡς Πρόσωπο καὶ διακρίνεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, καθὼς ἐκπορεύεται ἀπὸ Ἐκεῖνον, ἀλλὰ ξεχωριστὸ καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό, καθὼς ὁ Υἱὸς δὲν ἐκπορεύεται, ἀλλὰ γεννᾶται ἀπὸ τὸν Πατέρα.
Κατὰ τὰ ἄλλα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ὁμόγνωμο, ἔχει τὴν ἴδια γνώμη, τὸ ἴδιο θέλημα μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ ἐνεργεῖ ἀπὸ κοινοῦ καὶ μὲ ἀπόλυτη συμφωνία μὲ τὰ δύο αὐτὰ θεῖα Πρόσωπα. Εἶναι, ἑπομένως, ἰσάξιο καὶ ἰσότιμο μὲ τὰ ἄλλα δύο Θεῖα Πρόσωπα καὶ καθόλου κατώτερο ἀπὸ αὐτά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ συμπροσκυνεῖται καὶ συνδοξάζεται μὲ αὐτὰ ὡς ἰσότιμο Πρόσωπο τῆς μιᾶς θεότητος, τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ἡ ἰσοτιμία αὐτὴ ἀποκαλύπτεται πολὺ καθαρὰ στὴν ἀγάπη καὶ στὴν ἀλληλοϋπακοή, ποὺ ἔχουν μεταξύ τους τὰ τρία θεῖα Πρόσωπα, ὅπως μὲ ἁπλότητα, ἀλλὰ καὶ μὲ ἐνάργεια τὸ ἐκφράζει ὁ ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: «Ὁ Πατήρ, λέγει, ἔχει τέλεια ἀγάπη πρὸς τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ Υἱὸς ἔχει τέλεια ἀγάπη πρὸς τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔχει τέλεια ἀγάπη πρὸς τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό. Χάρη σ᾿ αὐτὴν τὴν τέλεια ἀγάπη ὁ Πατέρας εἶναι πρόθυμος ὑπηρέτης τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως ὁ Υἱὸς εἶναι τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἀγάπη στὸν δημιουργημένο κόσμο, ποὺ νὰ μπορῆ νὰ συγκριθῆ μὲ τὴν ἀμοιβαία ἀγάπη τῶν θείων Προσώπων, ὅπως καὶ καμμία ἀνθρώπινη ὑπακοή δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθῆ μὲ τὴν ἀμοιβαία ὑπακοὴ τῶν θείων Προσώπων»[4].
Αὐτὴ ἡ τέλεια ἀγάπη μεταξὺ τῶν θείων Προσώπων, ποὺ δικαιολογεῖ τὸν γνωστὸ ἁγιογραφικὸ λόγο, «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί»[5], ἀποτελεῖ καὶ τὴν πηγὴ τῆς ἀγάπης τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ πρὸς τὸν κόσμο καὶ τὰ πλάσματά του. Ἡ θεϊκὴ αὐτὴ ἀγάπη ἐκφράζεται μὲ τὴν πλουσιώτατη προσφορὰ θείων δώρων, ὅπως τὸ λέγει ὁ Ψαλμωδός, «Ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν· ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰώνα»[6]. Τὰ ἀνεκτίμητα αὐτὰ δῶρα δίδονται στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν συνέργεια τοῦ Πατρὸς τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα συμμετέχει ἐνεργὰ στὴν διανομὴ τῶν θείων αὐτῶν δώρων, καθόσον εἶναι καὶ αὐτό, ὅπως ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱός, «αὐτάγαθον καὶ πηγὴ ἀγαθότητος»[7], «Θεὸς καὶ θεοποιοῦν, πῦρ ἐκ πυρὸς προϊόν, λαλοῦν, ἐνεργοῦν, διαιροῦν τὰ χαρίσματα»[8].
Ἡ πρώτιστη καὶ γενικὴ δωρεὰ τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ σχετικὰ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ νέα παρουσία αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸν κόσμο. Στὸν κτιστὸ κόσμο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δροῦσε καὶ παλαιά, πρὶν ἀπὸ τὴν Πεντηκοστή, ἀλλὰ δροῦσε ἐκτὸς τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς παλαιότερα δὲν εἶχε σαρκωθῆ καὶ λίγο πρὶν δὲν εἶχε ἀναληφθῆ στοὺς οὐρανούς. Τώρα, μετὰ τὴν Πεντηκοστή, δρᾶ ἐντὸς τοῦ θεανθρωπίνου Σώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ διανέμει στὰ μέλη του ὅλα τὰ χαρίσματα, ὅπως τὸ ψάλλουμε στὸν τόσο γνωστὸ ὕμνο: «Πάντα χορηγεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· βρύει προφητείας, ἱερέας τελειοῖ, ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξεν, ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν, ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας. Ὁμοούσιε καὶ ὁμόθρονε τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ, Παράκλητε, δόξα σοι»[9].
Τὶς πρῶτες δωρεὲς τὶς προσφέρει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στοὺς Ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ καὶ στοὺς διαδόχους τους, ὥστε μὲ αὐτοὺς νὰ συγκροτηθῆ ὁ θεσμὸς τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Δίνει σ᾿ αὐτοὺς τὸ χάρισμα τῆς γλωσσολαλίας. Τοὺς χαρίζει τὸν προφητικὸ ἀποκαλυπτικὸ λόγο. Τοὺς προσφέρει τὴν ἱερωσύνη, γιὰ νὰ τελοῦν τὰ ἱερὰ Μυστήρια. Τοὺς διδάσκει τὴν ἀληθινή, τὴν ἄνωθεν σοφία. Τοὺς ἀναδεικνύει πραγματικοὺς θεολόγους.
Ἀμέσως τὸ Ἅγιο Πνεῦμα προσφέρει τὶς δωρεές του σὲ ὅλους τοὺς πιστούς, σὲ ὅλα τὰ μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ὅλων τῶν αἰώνων. Εἶναι αὐτό, ἀπὸ τὸ ὁποῖο πηγάζουν ὅλες οἱ ἀρετές, μὲ τὶς ὁποῖες ὀφείλουν νὰ στολίζονται οἱ πιστοί, ὡς πνευματικοί του καρποί, ὅπως τὸ λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «Ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια»[10]. Κανεὶς πιστὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκτήση αὐτὲς τὶς πνευματικὲς ἀρετὲς χωρὶς τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἕνα ἄλλο ἐπίσης βασικὸ ἁγιοπνευματικὸ χάρισμα στοὺς πιστοὺς εἶναι τὸ χάρισμα τῆς προσευχῆς. Εἶναι γεγονὸς ὅτι χωρὶς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν μποροῦμε οὔτε νὰ προφέρουμε τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ τὸν ἐπικαλεσθοῦμε προσευχόμενοι, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Οὐδεὶς γὰρ δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ»[11]. Δωρεὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος εἶναι οἱ πνευματικοὶ πατέρες καὶ ποιμένες μας. Χωρὶς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουμε ποιμένες, γιὰ νὰ μᾶς ἀναγεννοῦν καὶ νὰ μᾶς καθοδηγοῦν, ἐφ᾿ ὅσον κατὰ τὴν μαρτυρία καὶ πάλιν τοῦ ἀποστόλου Παύλου, «ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ»[12]. Χωρὶς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν μποροῦμε νὰ ἔχουμε ἱερὰ Μυστήρια, ὅπως αὐτὰ τοῦ Βαπτίσματος, τοῦ Χρίσματος, τῆς Ἱερωσύνης, τῆς Θείας Κοινωνίας, γιὰ νὰ ἁγιασθοῦμε, ἀφοῦ Αὐτὸ ἐπικαλούμαστε γιὰ τὴν τέλεσή τους. Χωρὶς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν μποροῦμε νὰ ἔχουμε ἁγίους, καθὼς ἐπίσης καὶ ἅγια λείψανα, ἐφ᾿ ὅσον οἱ πιστοὶ μὲ Αὐτὸ ἁγιάζονται.
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δωρίζει στὴν Ἐκκλησία καὶ στὰ μέλη της τὴν πραγματικὴ ἑνότητα, ὅπως φαίνεται στὴν προτροπὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρὸς τοὺς Ἐφεσίους: «σπουδάζοντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης»[13]. Ἐπιχειροῦν οἱ ταλαίπωροι ὀπαδοὶ τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἑνότητα μὲ κοσμικὲς μεθόδους, μιμούμενοι ἀποτυχημένες κοσμικὲς προσπάθειες, ἀλλὰ μάταια. Ἐπικαλοῦνται μάλιστα εὐκαίρως ἀκαίρως τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ «ἵνα ὦσιν ἕν»[14] τὸν ὁποῖο ἀναφέρουν στὴν λεγομένη ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν. Ὅμως, ὅπως ἑρμημεύουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὁ λόγος αὐτὸς ἀναφέρεται στὴν θέωση τῶν πιστῶν, ποὺ εἶναι ἡ βασικὴ καὶ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν ἑνότητα.
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τέλος, ἔχει ἄμεση σχέση μὲ τὴν Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν Ἱερά της Παράδοση. Ὅλα τὰ ἱερὰ γεγονότα τῆς Ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως οἱ βίοι τῶν ἁγίων, ἡ ἑρμηνεία τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ἡ λειτουργία τῶν τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἡ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀντιμετώπιση ποικίλων θεολογικῶν, πνευματικῶν καὶ ἠθικῶν ζητημάτων, εἶναι ἐμπνευσμένα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Δὲν νοεῖται ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία χωρὶς τὴν ἐνεργὸ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀλλὰ καὶ ἡ οὐσία τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν τέλεια ἀποκάλυψη τῆς Πεντηκοστῆς.
Ὅλα αὐτὰ τὰ θεῖα δωρήματα, ποὺ μοιράζονται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀπαιτοῦν ἀπὸ ἡμᾶς κάποιες προϋποθέσεις γιὰ νὰ τὰ οἰκειοποιηθοῦμε καὶ νὰ ὠφεληθοῦμε ἀπὸ αὐτά. Αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις ὑπενθυμίζει ὁ σύγχρονός μας ἅγιος Παΐσιος ὁ ἁγιορείτης: Γιὰ νὰ κατοικήση, λέγει, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὸν ἄνθρωπο χρειάζεται «ἀγωνιστικὸ πνεῦμα (φρόνημα), ταπείνωση, φιλότιμο, ἀρχοντιά, θυσία… Καὶ γιὰ νὰ ᾿ρθῆ τὸ φῶς πρέπει νὰ θέλης νὰ βγῆς ἀπὸ τὸ σκοτάδι… Ὁ καλὸς Θεὸς δίνει τὸ φῶς σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν καλὴ προαίρεση»[15]. Καὶ συμπληρώνει ὁ ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: «Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν εἶναι σὰν τὸν βίαιο ἄνθρωπο, ποὺ μπαίνει ἀπρόσκλητα στὸ ξένο σπίτι. Μπαίνει μόνον στὰ σπίτια ποὺ ἔχουν θεληματικὰ καὶ πρόθυμα τὴν πόρτα ἀνοιχτή, ἐκεῖ ποὺ τὸ λογαριάζουν ὡς κάτι πολὺ ἀγαπητό, σὰν ἕνα ἐπισκέπτη ποὺ τὸν περίμεναν ἀπὸ καιρό. Οἱ ἀπόστολοι τὸ περίμεναν μὲ ἔντονη ἐπιθυμία. Καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατέβηκε σ αὐτούς καὶ τοὺς ἔκανε κατοικητήριό Του…
Ἀδελφοί μου! Νὰ ξέρατε πόσο χαίρεται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, πόσο εὐφραίνεται μὲ ἀπερίγραπτη χαρά, ὅταν βρίσκει ψυχὲς ἁγνές, ποὺ ἔχουν ἀνοιχτὲς τὶς πόρτες τῆς ψυχῆς τους, ποὺ τὸ νοσταλγοῦν! Σ᾿ αὐτὲς φτιάχνει τὸ κατοικητήριό Του μὲ μία κραυγὴ χαρᾶς καὶ τοὺς χαρίζει τὶς πλούσιες δωρεές Του. Μπαίνει μέσα τους σὰν φωτιά, γιὰ νὰ κατακάψη καὶ τὰ τελευταῖα ὑπολείμματα τῆς ἁμαρτίας· σὰν φῶς, γιὰ νὰ τοὺς φωτίση μὲ τὸ οὐράνιο φῶς, ποὺ δὲν σβήνει ποτέ· σὰν θέρμη γιὰ νὰ τοὺς ζεστάνη μὲ τὸ θεῖο πῦρ τῆς ἀγάπης, μ᾿ ἐκεῖνο ποὺ θερμαίνονται κι οἱ χορεῖες τῶν ἀγγέλων στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Λέγει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος: “Ὅπως ἕνα φανάρι μένει σκοτεινὸ ἂν δὲν τὸ ἀνάψη κανείς, ἔστω κι ἄν ἔχη λάδι καὶ φυτίλι, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ μένει σκοτεινὴ ὡσότου τὴν ἀγγίξη τὸ φῶς τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”[16]»[17].
Κι ἐμεῖς, εὐλαβεῖς προσκυνηταὶ σήμερα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ξεσποῦμε σὲ δοξολογία τοῦ μεγάλου δωρεοδότου καὶ Εὐεργέτου μας, ἐπαναλαμβάνοντας τὸ προκείμενο τῆς Ἑορτῆς, «τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος»[18]. Συγχρόνως δὲ ἐπαναλαμβάνουμε ἐν κατανύξει καὶ τὸ αἴτημα τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴν Τρίτη Ὥρα, «Κύριε, ὁ τὸ πανάγιόν σου Πνεῦμα ἐν τῇ τρίτῃ ὥρᾳ τοῖς ἀποστόλοις σου καταπέμψας, τοῦτο, ἀγαθέ, μὴ ἀντανέλῃς ἀφ᾿ ἡμῶν, ἀλλ᾿ ἐγκαίνισον ἡμῖν τοῖς δεομένοις σου»[19]. Ἀμήν.
Ἀρχιμ. Αὐγουστῖνος Γ. Μύρου
[1] Κάθισμα α΄ τοῦ Ὄρθρου τῆς Πεντηκοστῆς.
[2] Στιχηρὸν ἰδιόμελον α΄ τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Πεντηκοστῆς.
[3] Ἰδιόμελον β΄ τῶν Αἴνων τῆς Πεντηκοστῆς.
[4] Ἀναστάσεως Ἡμέρα, ἔκδ. Π. Μπότση, Ἀθήνα 2011, σσ. 222-223.
[5] Α΄ Ἰωάν. 4.16.
[6] Ψαλμ. 111,9.
[7] Ἰδιόμελον β΄ τῶν Αἴνων τῆς Πεντηκοστῆς.
[8] Αὐτόθι, ἰδιόμελον γ΄.
[9] Στιχηρὸν ἰδιόμελον γ΄ τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Πεντηκοστῆς.
[10] Γαλ. 5,22-23.
[11] Α΄ Κορ. 12,3.
[12] Πράξ. 20,28.
[13] Ἐφεσ. 4,3.
[14] Ἰωάν. 17,22.
[15] Λόγοι Β΄, Πνευματικὴ Ἀφύπνιση, ἔκδ. Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου “Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος”, Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης 1999, σσ. 85-87.
[16] Λόγος 59· Τὰ εὑρισκόμενα Διηγήματα, ἔκδ. Χ. Σπανοῦ – Ν. Νίκα, σ. 305.
[17] Ὅ.π., σσ. 235-237.
[18] Ψαλμ. 76,14-15.
[19] Ἀκολουθία τῆς Γ΄ Ὥρας.