Blog
Κείμενα

Τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ
ΠΕΜΠΤΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ
Κάθε χρόνο τὴν ἑπομένη τῆς Ἀποδόσεως τοῦ Πάσχα ἑορτάζουμε τὴν μεγάλη ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ὅλες οἱ ἑορτὲς περνᾶ καὶ τούτη ἀπὸ τοὺς πολλοὺς τῶν χριστιανῶν χωρὶς ἰδιαίτερη προσοχὴ καὶ ἐμβάθυνση στὸ περιεχόμενό της. Ὀφείλουμε ὅμως νὰ διερωτηθοῦμε: Ποιό ὅμως εἶναι τὸ βαθύτερο νόημά της; Ποιά ἡ σημασία του γιὰ μᾶς;
Νομίζω ὅτι ἀπαντήσεις σὲ τέτοιου εἴδους ἐρωτήματα μποροῦμε νὰ λάβουμε ἀπὸ τὴν προσεκτικώτερη ἐξέταση τῶν λόγων τῆς Ἐκκλησίας. Κι ἕνας ἀπὸ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους ἐκφράζεται ἡ Ἐκκλησία εἶναι οἱ ὕμνοι της. Εἰδικώτερα γιὰ τὴν ἀξία καὶ τὴν σημασία τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ μποροῦμε νὰ τὰ μάθουμε ἀπὸ τὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς, ἀπὸ τὸν ἐκκλησιαστικὸ δηλαδὴ ὕμνο, ποὺ ψάλλουμε πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόλυση τοῦ Ἑσπερινοῦ. Πρόκειται γιὰ ἕναν χαριτωμένο θεολογικὸ καὶ πνευματικὸ ἐκκλησιαστικὸ ὕμνο, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν κατάλληλη ψαλμωδία του δημιουργεῖ κατάνυξη καὶ μυστικὴ χαρά: «Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, χαροποιήσας τοὺς μαθητὰς τῇ ἐπαγγελίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, βεβαιωθέντων αὐτῶν διὰ τῆς εὐλογίας ὅτι σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου».
Ἀναλύοντας τὸν ὕμνο αὐτὸ ἐμβαθύνουμε στὴν ἀξία καὶ τὴ σημασία τῆς ἑορτῆς.
«Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν»
Οἱ πρῶτες φράσεις τοῦ ἀπολυτικίου μᾶς δείχνουν ὅτι κέντρο τῆς ἑορτῆς εἶναι ἕνα πρόσωπο καὶ ἕνα γεγονός. Τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἔνδοξο γεγονὸς τῆς Ἀναλήψεώς του. Ἐὰν μὲ τὴν ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ τῶν Χριστουγέννων ἑορτάζουμε τὴν «εἴσοδο» τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο μας, μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως ἑορτάζουμε τὴν «ἔξοδό» του ἀπὸ τὸν κόσμο. Ἡ «ἔξοδος» αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν κόσμο εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν «εἴσοδό» του σ᾿ αὐτόν. Ἐκεῖνα τὰ γεγονότα ἔγιναν ταπεινά. Ὁ Εὐαγγελισμὸς ἔγινε σ᾿ ἕνα φτωχὸ καὶ ἀπέριττο σπίτι τῆς Ναζαρέτ, ἐκεῖ ποὺ κατοικοῦσε ἡ Παναγία. Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ συνέβη σ᾿ ἕνα σταῦλο τῆς Βηθλεέμ, κοντὰ στὰ ἄλογα ζῶα. Τώρα μὲ τὴν Ἀνάληψη ὁ Χριστὸς «ἐξέρχεται» ἀπὸ τὸν κόσμο μέσα στὴ δόξα. Ἀνεβαίνει στὸν οὐρανὸ ἐποχούμενος ἀπὸ τὶς νεφέλες καὶ ἀναστέλλοντας τοὺς φυσικοὺς νόμους, ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε δημιουργήσει. Ὅπως πρὶν ἀπὸ λίγες ἡμέρες βγῆκε ἀπὸ τὸν τάφο, χωρὶς νὰ παραμερίση τὶς πλάκες ποὺ ἔφρασαν τὴν θύρα του, κι ὅπως μπῆκε στὸ σπίτι τῶν μαθητῶν χωρὶς νὰ παραβιάση τὶς πόρτες ἢ τὰ παράθυρα, ἔτσι τώρα ἀνεβαίνει πρὸς τὸν οὐρανό, ἀντιστεκόμενος στὸν νόμο τῆς βαρύτητος. Γι᾿ αὐτὸ προκαλεῖ τὸν θαυμασμὸ τῶν μαθητῶν, ποὺ τὸν βλέπουν. Μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο δείχνει ὅτι εἶναι ἀληθινὸς Θεός. Κι ἐμεῖς στερεώνουμε τὴν πίστη μας ὅτι ἔχουμε ἀληθινὸ Θεό.
«χαροποιήσας τοὺς μαθητὰς τῇ ἐπαγγελίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»
Τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ αἰτία χαρᾶς· γνήσιας, ἀληθινῆς χαρᾶς. Οἱ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ πέρασαν τὸν τελευταῖο καιρὸ πολὺ δύσκολες μέρες. Ἡ σύλληψη τοῦ Διδασκάλου, ἡ δίκη, ἡ καταδίκη καὶ ὁ θάνατός του ὑπῆρξαν καίρια πλήγματα γιὰ τοὺς μαθητές του. Αὐτοὶ εἶχαν στηριχθῆ στὸν Χριστό. Ἤλπισαν σ᾿ αὐτὸν. Στήριξαν ἐπάνω του ὅλες τὶς ἐλπίδες τους. Ἐγκατέλειψαν τὰ πάντα, τὰ σπίτια, τὶς οἰκογένειές τους, τὶς ἐργασίες τους καὶ τὸν ἀκολούθησαν μὲ πλήρη ἀφοσίωση στὸ πρόσωπό του. Καὶ ξαφνικὰ μὲ τὸ ἀπρόσμενο τέλος, μὲ τὸν ἀτιμωτικὸ θάνατο ὅλα γκρεμίστηκαν. Χάθηκε ἡ ἐλπίδα τους. Γέμισε ἡ καρδιά τους ἀπὸ ἄμετρη λύπη καὶ ἀπογοήτευση. Φαίνεται αὐτὸ στὴν συνάντηση ποὺ εἶχαν οἱ δύο μαθηταὶ μὲ τὸν ἀναστημένο Χριστὸ στὸν δρόμο πρὸς Ἐμμαούς. Ἀναφερόμενοι στὰ τελευταῖα συγκλονιστικὰ γεγονότα τὰ σχετικὰ μὲ τὸν θάνατο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔδειξαν τὴν δική τους ψυχολογικὴ κατάσταση. Εἶπαν: «ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ»[1], ποὺ σημαίνει ὅτι τρεῖς ἡμέρες μετὰ τὸν θάνατο αὐτοὶ εἶχαν χάσει κάθε ἐλπίδα. Οὔτε περνοῦσε ἀπὸ τὸν νοῦ τους ἡ Ἀνάσταση. Καὶ νὰ τώρα τὸν ἔχουν μπροστά τους ἀναστημένο. Τὸν βλέπουν καὶ τὸν ψηλαφοῦν. Πρὶν ὅμως νὰ προφθάσουν νὰ τὸν χαροῦν πέρασαν οἱ σαράντα ἡμέρες καὶ ἦρθε ἡ ὥρα νὰ χωρισθοῦν ἀπὸ αὐτὸν σωματικά. Ὁ σωματικὸς χωρισμὸς ἀγαπητῶν προσώπων πάντα προξενεῖ λύπη. Αὐτὴ τὴ λύπη τὴν διώχνει ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶν ἀποστόλων μὲ τὴν ὑπόσχεση ὅτι θὰ τοὺς ἀποστείλη τὸν ἄλλο Παράκλητο, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Μὲ τὴν παρουσία καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γίνεται αἰσθητὴ πάντοτε ἡ ζωντανὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο. Ὅλα τὰ ἱερὰ Μυστήρια, καὶ κατ᾿ ἐξοχὴν τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας, ὅπου φανερώνεται πραγματικὰ ὁ Θεάνθρωπος Κύριος, τελοῦνται μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι ἔχουν νόημα ἀληθινὸ οἱ λόγοι τοῦ Χριστοῦ, «καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς ὑμῶν, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος, ἀμήν»[2]. Ὅπως σημειώνει ὁ μακαριστὸς π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν, «Ὁλόκληρη ἡ χαρὰ τῆς χριστιανικῆς πίστεως βρίσκεται στὴν συνειδητοποίηση τῆς ζωντανῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὁ ἴδιος τὸ ὑποσχέθηκε, “οὗ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν”[3]. Μὲ τὴν Ἀνάληψη δὲν γιορτάζουμε τὸν χωρισμὸ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοὺς μαθητές του, ἀλλά, τὸ ἄνοιγμα τοῦ οὐρανοῦ στοὺς ἀνθρώπους, τοῦ οὐρανοῦ ὡς τῆς μόνιμης ἀληθινῆς πατρίδος μας»[4].
«βεβαιωθέντων αὐτῶν διὰ τῆς εὐλογίας ὅτι σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου»
Ἡ πρώτη φάση τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ κλείνει μὲ μία πράξη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ βεβαιώνει τὴν ταυτότητά του, ὅτι δηλαδή εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ πραγματικὸς λυτρωτὴς τοῦ κόσμου. Ἡ τελευταία αὐτὴ πράξη εἶναι ἡ εὐλογία τοῦ Χριστοῦ. «Σήκωσε τότε τὰ χέρια του καὶ τοὺς εὐλόγησε. Καὶ καθὼς τοὺς εὐλογοῦσε ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἀνέβαινε πρὸς τὸν οὐρανό»[5].
Εὐλογία ἀρχικὰ εἶναι ὁ καλὸς λόγος. Κατ᾿ ἐξοχὴν καλὸς λόγος, ἢ ἀκόμη, ἀπόλυτα καλὸς εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἁπλῶς λόγος, ποὺ ἀκούγεται καὶ χάνεται. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ταυτίζεται μὲ τὴν πράξη. Ὅ,τι λέγει ὁ Θεὸς εἶναι συγχρόνως καὶ πράξη, εἶναι καὶ ἔργο. Ὁ Θεὸς εἶπε καὶ ἐγενήθησαν[6]. Αὐτὰ ποὺ εἶπε γιὰ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, ἀμέσως ἔγιναν. Κι ὅλα ἔγιναν «καλὰ λίαν»[7]. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε στὸν παραλυτικὸ νὰ σηκωθῆ καὶ σηκώθηκε ἀμέσως. Ὑποσχέθηκε νὰ στείλη τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὸ ἔστειλε. Ὁ λόγος δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ὁ ἁπλός, ἀλλὰ φέρει μέσα του δύναμη. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὶς κινήσεις του, ὅπως καὶ μὲ τὴν παρουσία του. Ἡ αἱμορροοῦσα θεραπεύτηκε μόνον ποὺ τὸν ἄγγιξε. Τὸν τυφλὸ τὸν θεράπευσε ἀλείφοντάς τον μὲ πηλό. Καὶ τώρα ποὺ ὕψωσε τὰ χέρια του ἔστειλε στοὺς μαθητές του θεία ἐνέργεια, τὴν θεία χάρη. Αὐτὸ εἶναι ἡ εὐλογία τοῦ Χριστοῦ· τρόπος μεταδόσεως τῆς θείας του χάριτος, ποὺ γίνεται μὲ τὴν ὕψωση τῶν χεριῶν του.
Αὐτὴ τὴν δυνατότητα τῆς εὐλογίας τὴν ἔδωσε ὁ Χριστὸς στοὺς Ἀποστόλους καὶ δι᾿ αὐτῶν σὲ ὅλους τοὺς κληρικοὺς τῆς Ἐκκλησίας ὅλων τῶν αἰώνων. Οἱ κληρικοὶ τῆς Ἐκκλησίας, πρῶτον ὁ ἐπίσκοπος καὶ δι᾿ αὐτοῦ καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἵστανται στὴν λειτουργικὴ σύναξη «εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ». Δανείζουν τὰ χέρια καὶ τὴ γλώσσα τους στὸν Χριστὸ καὶ εὐλογοῦν τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ κάθε φορὰ ποὺ σηκώνουν τὸ χέρι καὶ λένε, «εὐλογία Κυρίου καὶ ἔλεος…», «εἰρήνη ὑμῖν», «εἰρήνη πᾶσι», «ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἴη μετὰ πάντων ὑμῶν».
Εἶναι γνωστὴ ἀπὸ τὸν Συναξαριστὴ ἡ ἱστορία τῆς μεταστροφῆς τοῦ καλλιγράφου τοῦ σουλτάνου, τοῦ Ἀχμέτ, ὁ ὁποῖος ἔγινε Ὀρθόδοξος καὶ μαρτύρησε, ὕστερα ἀπὸ τὴν ὅραση θαύματος στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἀφοῦ ντύθηκε ὡς χριστιανός, παρακολούθησε τὴ Θεία Λειτουργία καὶ τὴν ὥρα ποὺ ὁ πατριάρχης εὐλογοῦσε τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας διέκρινε ἀκτῖνες φωτὸς νὰ ἐκχέονται ἀπὸ τὰ χέρια του καὶ νὰ ἀγγίζουν τὰ κεφάλια τῶν πιστῶν, ἐνῶ μόνον αὐτὸς στεροῦνταν τὸ θεῖο αὐτὸ φῶς[8].
Μὲ βάση τὴν ἀλήθεια αὐτὴ γιὰ τὴν ἱερατικὴ εὐλογία, καὶ τὸ χειροφίλημα σ᾿ ἕναν ἱερέα ἐκφράζει κάτι σπουδαιότερο ἀπὸ ἕναν ἁπλὸ σεβασμὸ πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ ἱερέως. Τὸ χειροφίλημα στὸν ἱερέα ἐκφράζει τὸν πόθο τοῦ πιστοῦ χριστιανοῦ νὰ ἀσπασθῆ τὸ χέρι ἐκεῖνο ποὺ ἄγγιξε τὰ τίμια Δῶρα, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ποὺ εἶναι ἐξουσιοδοτημένο ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ μεταφέρη στοὺς πιστοὺς τὴ θεία χάρη, τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸ χειροφίλημα τὸ μεγάλο κέρδος τὸ παίρνει ὄχι ὁ ἱερέας, ἀλλὰ ὁ πιστὸς ποὺ ἀσπάζεται τὸ χέρι τοῦ ἱερέως, διότι αὐτὸς δέχεται τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.
Θὰ πρέπη ἐδῶ νὰ πῶ ὅτι ἡ εὐλογία ποὺ παίρνουν οἱ χριστιανοὶ ἀπὸ τοὺς κληρικοὺς εἶναι αὐτὴ ἡ εὐλογία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ δείχνει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι πάντα ὁ αὐτός, ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς καὶ σωτήρας τοῦ κόσμου. Καὶ ἡ κάθε εὐλογία μᾶς παραπέμπει στὴν εὐλογία τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανούς, δείχνοντας τὸν τρόπο τῆς σωτηρίας μας.
Ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς ἦρθε στὸν κόσμο μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του, προσέλαβε τὴν πεπτωκυία ἀνθρωπίνη φύση, τὴν κυριευμένη ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο, καὶ τὴν ἕνωσε μὲ τὴν δική του θεία φύση. Μὲ αὐτὴν πέθανε καὶ μὲ αὐτὴν ἀναστήθηκε. Μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο καὶ τὴν ἔκανε κατὰ χάριν ἄφθαρτη καὶ ἀθάνατη. Τὸ δὲ καταπληκτικότερον πάντων εἶναι τὸ ὅτι τὴν πῆρε μαζί του μὲ τὴν Ἀνάληψη στὸν οὐρανὸ καὶ τὴν ἔβαλε στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός, γιὰ νὰ μένη ἐκεῖ εἰς αἰῶνας αἰώνων. Μὲ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ ὁλοκληρώθηκε αὐτὸ ποὺ τόνισε ἰδιαίτερα ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος· «ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ γίνη ὁ ἄνθρωπος Θεός»[9]. Εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐξέφρασε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς στὴν ἀρχιερατική του προσευχή. «Θέλω ἐκεῖ ποὺ εἶμαι ἐγώ, νὰ εἶναι καὶ αὐτοὶ (οἱ μαθηταὶ) μαζί μου, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ βλέπουν τὴν δόξα μου»[10]. Μεγαλύτερη δόξα γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ αὐτὴν οὔτε ὑπάρχει, οὔτε μπορεῖ νὰ φαντασθῆ κάποιος.
«Αὐτὸ ἀκριβῶς γιορτάζουμε τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως! Αὐτὴ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς λαμπρότητας καὶ τῆς ἄρρητης χαρᾶς. Ἂν ὁ Χριστὸς εἶναι στὸν οὐρανὸ κι ἂν τὸν πιστεύουμε καὶ τὸν ἀγαποῦμε, τότε εἴμαστε καὶ ἐμεῖς μαζί του, στὸ Δεῖπνο του, στὴ Βασιλεία του… Τὸ κάθε τι γύρω μας μᾶς τραβᾶ πρὸς τὰ κάτω. Ἀτενίζω ὅμως τὴ θεϊκὴ σάρκα νὰ ἀνέρχεται πρὸς τὰ ἐπάνω, πρὸς τὸν οὐρανό… καὶ λέω στὸν ἑαυτό μου καὶ στὸν κόσμο: ἐδῶ βρίσκεται ἡ ἀλήθεια γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, ἐδῶ εἶναι ἡ ζωὴ ἡ ἀληθινή, στὴν ὁποία μᾶς καλεῖ ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα»[11]. Γι᾿ αὐτὸ ὡς χριστιανοὶ χαιρόμαστε καὶ πανηγυρίζουμε, ψάλλοντας τὸ χαροποιὸ κοντάκιο τῆς ἑορτῆς· «Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν καὶ τὰ ἐπὶ γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλὰ μένων ἀδιάστατος καὶ βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε· Ἐγώ εἰμι μεθ᾿ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ᾿ ὑμῶν». Δηλαδή, «ἀφοῦ ὁλοκλήρωσες τὸ ἔργο ποὺ σχεδίασες γιὰ τὴν σωτηρία μας καὶ ἀφοῦ ἕνωσες τὰ ἐπίγεια μὲ τὰ οὐράνια, ἀναλήφθηκες μὲ δόξα, Χριστέ, ὁ Θεός μας, χωρὶς νὰ χωρισθῆς ἀπὸ πουθενά, ἀλλὰ παραμένοντας ἔξω ἀπὸ τὶς διαστάσεις τοῦ κόσμου καὶ βοώντας πρὸς ἐκείνους ποὺ σὲ ἀγαποῦν· Ἐγὼ εἶμαι μαζί σας καὶ κανεὶς δὲν εἶναι ἐναντίον σας».
Ἀρχιμ. Αὐγουστῖνος Γ. Μύρου, Δρ Θ.
[1] Λουκ. 24,21.
[2] Ματθ. 28,20.
[3] Αὐτόθι, 18,20.
[4] Ἀλεξ. Σμέμαν, Ἑορτολόγιο, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1997, σ. 188-189.
[5] Λουκ. 24,50-51.
[6] Γέν. 1. Πρβλ. Ψαλμ. 148,5.
[7] Γέν. 1,31.
[8] Συναξαριστὴς 3ης Μαΐου.
[9] Περὶ ἐνανθρωπήσεως 54, ΕΠΕ 1,366.
[10] Ἰωάν. 17,24.
[11] Ἀλεξ. Σμέμαν, ὅ.π., σ. 191.