Κείμενα

Συμπόρευση στὸ Πάθος καὶ στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ

Ὁμιλία στὸν Κατανυκτικὸ Ἑσπερινὸ τῆς Ε΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν, 6-4-2014, στὸν Ἱερὸ Ναὸ Παναγίας Φανερωμένης Κοζάνης.

(Δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερβίων καὶ Κοζάνης ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟΝ, φύλ. 73-74, Ἰαν.-Ἀπρ. 2014, σελ. 21-26.)

Εὐλογητὸς ὁ ἐν Τριάδι Θεός, ποὺ εὐδοκεῖ μὲ τὴν πρόσκληση, τὴν προτροπὴ καὶ τὶς εὐλογίες τοῦ σεβασμιωτάτου ποιμενάρχου μας κ. Παύλου, νὰ εὑρίσκωμαι ἀπόψε, στὸν τελευταῖο κυριακάτικο κατανυκτικὸ ἑσπερινὸ αὐτοῦ τοῦ ἔτους, ἐδῶ στὸν νεόδμητο ἱερὸ Ναὸ τῆς Παναγίας τῆς Φανερωμένης, ὡς διάκονος τοῦ θείου κηρύγματος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Μὲ τὴν χάρη τοῦ πολυεύσπλαχνου Θεοῦ καί μέ τίς πρεσβεῖες τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ ἰδιαίτερα τῆς Παναγίας μας, ἔχουμε ἤδη διανύσει τὸ μεγαλύτερο διάστημα τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, τῆς προπαρασκευαστικῆς αὐτῆς περιόδου, γιὰ νὰ ὁδηγηθοῦμε μὲ συναίσθηση καὶ ἀγαλλίαση στὴ λαμπροφόρο ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως. Ἐφθάσαμε στὴν E΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν. Δὲν μᾶς ἀπομένει παρὰ μόνον μία ἑβδομάδα γιὰ νὰ εἰσέλθουμε στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Ἑβδομάδα, στὴν τελικὴ εὐθεία τῆς πνευματικῆς μας πορείας πρὸς τὸ Γολγοθᾶ, πρὸς τὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάσταση, ἀκολουθώντας τὸν Κύριό μας καὶ τοὺς μαθητές του, οἱ ὁποῖοι, ὅπως σημειώνει ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος, «ἦσαν ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς εροσόλυμα· καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς»[1]. Ὅπως ὁ καλὸς ποιμήν, μὲ τὸν ὁποῖο παρομοίασε τὸν ἑαυτό του ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος «τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων»[2], πορεύεται ἀποφασιστικὰ μπροστὰ ἀπὸ τοὺς μαθητές του γιὰ τὴν ὑπέρτατη θυσία.

Ἦταν πολλὲς φορὲς ποὺ ἡ μικρὴ ὁμάδα τῶν μαθητῶν εἶχε περπατήσει μαζί του τὸν ἴδιο δρόμο πηγαίνοντας στὰ Ἱεροσόλυμα. Αὐτὴ ὅμως ἡ πορεία εἶναι διαφορετική. Εἶναι ἡ τελευταία γιὰ τὸν Ἰησοῦ κατὰ τὸν ἐπίγειο βίο του. Τί νὰ σκέπτεται ἆρά γε; Τί νὰ αἰσθάνεται; Ὡς ἄνθρωπος ἔχει καὶ μνήμη καὶ κρίση καὶ συναίσθημα. Καὶ μαζὶ μὲ ὅλα αὐτὰ μία πολὺ εὐαίσθητη καρδιά, ἐντελῶς ἀνέγκιχτη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὥστε νὰ αἰσθάνεται τὴν κακία τῶν ἀνθρώπων σ᾿ ὅλο της τὸ βάθος.

Εἶναι ἄνοιξη. Γύρω του ἡ φύση –αὐτὴ ἡ φύση ποὺ ἔπλασε ὁ ἴδιος– τοῦ χαμογελᾶ ἀνθισμένη, στὴν καλύτερη ἐμφάνισή της. Κι Ἐκεῖνος πορεύεται, γνωρίζοντας μὲ ἀκρίβεια ὅλα ὅσα πρόκειται νὰ συμβοῦν. Σὲ κάποια στιγμὴ σταματᾶ. Παίρνει τοὺς Δώδεκα παράμερα καὶ τοὺς λέγει καθαρὰ τὶ μέλλει νὰ τοῦ συμβῆ: «Ἰδο ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ τοῖς γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτὸν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται»[3].

Τὶς ὧρες αὐτὲς τὰ πλήθη τῶν Ἰουδαίων στὴν ἴδια χώρα ζοῦν τὴν καθημερινὴ συμβατική τους ζωή: Συζητοῦν, ζητοῦν νὰ μάθουν τὰ τελευταῖα νέα, κρίνουν καὶ κατακρίνουν, πωλοῦν καὶ ἀγοράζουν, ἐπιχειροῦν νὰ ἐπιτελέσουν μὲ ἀκρίβεια τὰ τυπικὰ καθήκοντα τοῦ Νόμου. Τὸν ἴδιο καιρὸ οἱ ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, οἱ Γραμματεῖς, οἱ Φαρισαῖοι, οἱ Ἀρχιερεῖς μελετοῦν καὶ σχεδιάζουν τὴν προδοσία, τὴ σύλληψη καὶ τὴν καταδίκη τοῦ Ἰησοῦ.

Αὐτὲς τὶς ἴδιες ὧρες κάποιες ἐκλεκτὲς ψυχές, ἔστω κι ἂν δὲν ἔχουν συλλάβει τέλεια τὸ νόημα τῆς παρουσίας καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου στὸν κόσμο μας, διάλεξαν ἐλεύθερα νὰ τὸν ἀγαποῦν καὶ νὰ συμπορεύονται, νὰ πορεύονται μαζί του. Εἶναι οἱ μαθηταὶ καὶ κάποιες μαθήτριες, γιὰ τὶς ὁποῖες ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος μᾶς πληροφορεῖ ὅτι τὸν ἀκολουθοῦσαν καὶ τὸν διακονοῦσαν, καθὼς καὶ ἄλλες πολλές, «αἱ συναναβᾶσαι αὐτ εἰς Ἱεροσόλυμα»[4].

Ἀπὸ τότε, ἀδελφοί μου, μέχρι σήμερα, γιὰ δύο χιλιάδες χρόνια, ἡ μητέρα Ἐκκλησία προσκαλεῖ τὰ παιδιά της, κι ἐμᾶς σήμερα, νὰ συμπορευθοῦμε στὴν πορεία αὐτὴ μαζὶ μὲ τὸν Θεάνθρωπο Κύριο. «Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς κεκαθαρμέναις διανοίαις συμπορευθῶμεν αὐτῷ καί συσταυρωθῶμεν καί νεκρωθῶμεν δι᾿ αὐτὸν ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς, ἵνα καὶ συζήσωμεν αὐτῷ»[5].

Ἐδῶ ἀκριβῶς τίθενται δύο καίρια καὶ ζωτικὰ ἐρωτήματα γιὰ μᾶς. Γιατί εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν Χριστό; Τί σημαίνει γιὰ τὸν καθένα μας νὰ συμπορευθοῦμε στὸ Πάθος καὶ στὴν Ἀνάστασή του; Καὶ δεύτερον, Πῶς ἐμεῖς, ποὺ ζοῦμε εἴκοσι αἰῶνες ἀργότερα, μποροῦμε νὰ συμπορευθοῦμε μὲ τὸν Ἰησοῦ; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σταυρωθοῦμε καὶ νὰ πεθάνουμε μαζί του, ὥστε καὶ νὰ ἀναστηθοῦμε μαζί του;

Σ᾿ αὐτὰ τὰ δύο ἐρωτήματα θὰ προσπαθήσω νὰ ἀπαντήσω μὲ τὴν καθοδήγηση τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Ξεκινῶ ἀπὸ τὸ πρῶτο ἐρώτημα: Γιατί εἶναι ἀπαραίτητο νὰ συμπορευθοῦμε μὲ τὸν Χριστὸ στὸ Πάθος καὶ στὴν Ἀνάστασή του; Δὲν εἶναι ἀρκετὸ νὰ διαβάσουμε ὅλη αὐτὴ τήν δραματικὴ ἱστορία μὲ λεπτομέρειες ἀπὸ τὰ μεταφρασμένα Εὐαγγέλια, ἢ νὰ τὴν δοῦμε νὰ παίζεται ἀπὸ φημισμένους ἠθοποιοὺς σὲ μία τηλεοπτικὴ σειρά, ἢ ἔστω νὰ παρακολουθήσουμε τυπικὰ τὶς καθημερινὲς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας; Δὲν εἶναι ἀρκετό, διότι μὲ τοὺς τρόπους αὐτοὺς δὲν ἐξυπηρετεῖται ὁ πρῶτος καὶ κύριος σκοπὸς τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ἡ πρώτη καὶ ἐπείγουσα ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεώς μας. Καὶ ποιά εἶναι αὐτή; Ἡ ἐπιστροφή μας στὴν μόνιμη πατρίδα μας, στὸν Παράδεισο τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴν τὴν βασικὴ ἀλήθεια μᾶς ὑπενθύμισε ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς, καθὼς βρεθήκαμε στὰ πρόθυρα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Μᾶς ἐξήγησε ὅτι εἴμαστε οἱ ἐξόριστοι τοῦ Παραδείσου καὶ ὁ κύριος σκοπὸς ὅλων τῶν πνευματικῶν ἀγωνισμάτων τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς εἶναι νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ἐπανέλθουμε στὸν Παράδεισο. Μόνοι μας ὅμως εἶναι ἀδύνατον νὰ βροῦμε τὸν δρόμο καὶ νὰ περάσουμε τὴν πύλη του, διότι μετὰ τὴν πτώση ἔχουμε ἀμαυρώσει τὸ “κατ᾿ εἰκόνα”, τὴν πνευματική μας ὅραση, καὶ δὲν μποροῦμε νὰ βροῦμε τὸν δρόμο. Ἔχουμε παραμορφωθῆ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τόσο πολύ, ὥστε ὁ οἰκοδεσπότης καὶ οἱ φύλακες τοῦ Παραδείσου δὲν μᾶς ἀναγνωρίζουν. Κι ἂν ἀκόμη κατορθώναμε νὰ πλησιάσουμε μόνοι μας τὸν Παράδεισο καὶ ἐπιχειρούσαμε νὰ εἰσέλθουμε σ᾿ αὐτόν, θὰ ἀκούγαμε αὐστηρὴ τὴ φωνή του, “Ποιοί εἶστε ἐσεῖς; Δὲν σᾶς γνωρίζω”, «οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς»[6]. Ἔπρεπε νὰ βρεθῆ ἕνας ἄλλος τρόπος γιὰ νὰ μποῦμε στὸν Παράδεισο. Κι αὐτὸν τὸν βρῆκε ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἔστειλε τὸν Υἱό Του, τέλειο Θεό, ποὺ ἔγινε καὶ τέλειος ἄνθρωπος, γιὰ νὰ μᾶς πάρη μαζί του καὶ νὰ μᾶς ξαναφέρη στὸν Παράδεισο. Κι Αὐτὸς τί ἔκανε; Τί ἐπενόησε γιὰ νὰ λύση τὸ πρόβλημά μας; Μᾶς ἔκανε μέλη στὸ δικό του σῶμα, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Μὲ τὴν Ἐνανθρώπηση μᾶς προσέλαβε στὸ Σῶμά του. Μὲ τὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάστασή του μᾶς ἀνέπλασε, μᾶς ἔφερε στὴν πρώτη κατάσταση. Μᾶς ἀνέστησε ἀληθινά, ἀφοῦ ἔγινε ἐκεῖνος «ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων»[7], «πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν»[8]. Καθάρισε τὰ πνευματικά μας μάτια γιὰ νὰ βλέπουν καλά. Κι ὕστερα ὁ ἴδιος μὲ τὴν Ἀνάληψή του πέρασε τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου ὡς οἰκοδεσπότης, ὡς ὁ ἔνδοξος βασιλιὰς στὸ δικό του βασίλειο. «Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης»[9]. Ἔτσι τὸν ὑποδέχθηκαν οἱ φύλακες τοῦ Παραδείσου, οἱ ἄγγελοι. Αὐτὴ τὴν φορὰ ὅμως δὲν ἦταν μόνος, ὅπως ὅταν ἦρθε στὸν κόσμο μας. Τώρα εἶχε μαζί του καὶ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐπέλεξαν νὰ εἶναι μαζί του, ποὺ θέλησαν νὰ γίνουν μέλη στὸ Σῶμά του.

Ἡ πορεία τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ πρὸς τὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάσταση εἶναι πορεία πρὸς τὸν Παράδεισο, μὲ σκοπὸ νὰ εἰσαγάγη σ᾿ αὐτὸν ἐμᾶς, τοὺς ἐξορίστους τοῦ Παραδείσου, ὅσους τὸν ἀκολουθήσουμε, ὅσους δεχθοῦμε νὰ ἑνωθοῦμε μαζί του. Νὰ γιατὶ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ συμπόρευσή μας πρὸς τὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς βέβαιος τρόπος νὰ ξαναβρεθοῦμε στὸν Παράδεισο τοῦ Θεοῦ.

Καί ἔρχομαι στὸ δεύτερο ἐρώτημα: Πῶς ἐμεῖς, ποὺ ζοῦμε εἴκοσι αἰῶνες ἀργότερα, πῶς μποροῦμε στὶς μέρες μας νὰ συμπορευθοῦμε μὲ τὸν Ἰησοῦ στὴν πορεία του πρὸς τὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάσταση; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σταυρωθοῦμε καὶ νὰ πεθάνουμε μαζί Του, ὥστε καὶ νὰ ἀναστηθοῦμε μαζί Του;

Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴ δίνει ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ὅταν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ὁμιλοῦμε γιὰ τὰ σεπτὰ Πάθη καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, δὲν τὰ ἀντιμετωπίζουμε μόνον ὡς γεγονότα τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ καὶ ὡς γεγονότα τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος. Αὐτὴ τὴν ἐμπειρία ἡ Ἐκκλησία τὴν ἐκφράζει στὴ λατρευτική της πράξη. Ἀναφέρω ἐπιλεκτικὰ μερικὰ παραδείγματα: «Σήμερον ἡ χάρις τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγε…»[10]. «Τ πάθη τὰ σεπτὰ ἡ παροῦσα ἡμέρα ὡς φῶτα σωστικὰ ἀνατέλλει τῷ κόσμῳ…»[11]. «Τν νυμφῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον»[12]. «Σήμερον γρηγορεῖ ὁ Ἰούδας παραδοῦναι τὸν Κύριον… σήμερον ὁ ἄνομος ἀρνεῖται τὸν διδάσκαλον…»[13] «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας…»[14]. «Σήμερον ὁ ᾍδης στένων βοᾷ…»[15].

Ἡ πρακτικὴ αὐτὴ τῆς Ὀρθοδόξου λατρείας μᾶς ἀποκαλύπτει μία μεγάλη ἀλήθεια: Ὅτι ὁ Θεάνθρωπος Κύριος πορεύεται πάντοτε πρὸς τὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάσταση. Κι αὐτὸ ἰσχύει, ἀφοῦ «Ἰησοῦς Χριστς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας»[16].

Ἐμεῖς πάλι, μὲ τὴ βοήθεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρευτικῆς ζωῆς, ζοῦμε τὰ γεγονότα τῶν Παθῶν καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ στὸ δικό μας παρόν. Ἔχουμε μία μυστικὴ συμμετοχὴ σὲ πραγματικὰ γεγονότα. Συμπορευόμαστε, συσταυρωνόμαστε καὶ ἀποθνήσκουμε μαζὶ μὲ τὸν Χριστό.

Αὐτὸ γίνεται κατανοητὸ ὅταν ἔχουμε συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἕνας σύλλογος ἀνθρώπων, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐμεῖς τὰ ζωντανὰ μέλη αὐτοῦ τοῦ Σώματος. Εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐπίμονα τόνισε στὴν ὁμιλία του κατὰ τὸν πρῶτο κατανυκτικὸ Ἑσπερινὸ ὁ σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Κεφαλὴ τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Χριστὸς καὶ Ἐκκλησία δὲν χωρίζονται. Ὅπου ἡ Κεφαλὴ ἐκεῖ καὶ τὸ Σῶμα. Ὅπου τὸ Σῶμα ἐκεῖ καὶ ἡ Κεφαλή. Σήμερα ὁ Χριστὸς πορεύεται πραγματικὰ πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ πεθάνη καὶ νὰ ἀναστηθῆ, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι τὸ Σῶμά του, πορεύεται αὐτὸν τὸν ἴδιο δρόμο.

Πῶς τώρα μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε πιὸ συγκεκριμένα αὐτὴ τὴ συμπόρευσή μας μὲ τὸ Χριστό, τὴ συμμετοχή μας στὰ Πάθη, στὸν θάνατο καὶ στὴν ἀνάστασή Του;

Ἀκολουθώντας τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας μποροῦμε νὰ ἐντοπίσουμε αὐτὴν τὴν συμπόρευσή μας στὴ σχέση μας μὲ τρία καίρια ἐκκλησιαστικὰ Μυστήρια, αὐτὰ τοῦ ἱεροῦ Βαπτίσματος, τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως καὶ τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τὰ ὁποῖα συνδέονται καὶ ἰδιαίτερα μὲ τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

Στὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος συμβαίνει ἕνας ἀληθινὸς θάνατος καὶ μία πραγματικὴ γέννηση. Ὁ θάνατος τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, τῆς φθαρτῆς φύσεως, ποὺ μᾶς ἔδωκαν οἱ γεννήτορες, καὶ ἡ γέννηση μιᾶς νέας δημιουργίας, μιᾶς καινῆς κτίσεως. Τὴν ἀλήθεια αὐτὴ τὴν ἀποκάλυψε ὁ Χριστὸς στὸν κρυφὸ μαθητή του τὸν Νικόδημο, «Ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ»[17].

Αὐτὴ τὴ συγκλονιστικὴ πραγματικότητα τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεως στὸ Βάπτισμα τὴ βίωναν πολὺ ἔντονα στοὺς πρώτους αἰῶνες οἱ χριστιανοί, ποὺ κατηχοῦνταν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, βαπτίζονταν τὸ βράδυ τῆς Ἀναστάσεως καὶ ἐξέφραζαν τὰ βιώματά τους ψάλλοντας τὸν βαπτιστήριο ὕμνο, «Ὅσοι εἰς Χριστν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Ἀλληλούϊα»[18]. Ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς χριστιανοὺς ποὺ ἐνσυνείδητα ψάλλουν τὸ βράδυ τῆς Ἀναστάσεως: «Χθὲς συνεθαπτόμην σοι, Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι»[19].

Τὸ μυστήριο τῆς Μετανοίας καὶ Ἐξομολογήσεως ἔχει σχέση μὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία ὡς διασπαστικὴ ἐνέργεια καταστρέφει ἄλλοτε σὲ μικρότερο καὶ ἄλλοτε σὲ μεγαλύτερο βαθμὸ τὶς ἁρμονικὲς σχέσεις ποὺ δημιουργήθηκαν ἀνάμεσα στὸν πιστὸ χριστιανὸ καὶ στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία, τὴν ὥρα τοῦ βαπτίσματος. Ὡς ἀποτέλεσμα ἀκολουθεῖ ἡ ἀπομάκρυνση καὶ ἡ ἀποξένωση τοῦ ζωτικοῦ κάποτε μέλους ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐπανασύνδεση τότε εἶναι ἀναγκαία, διότι μόνον ἔτσι ὑπάρχει συμμετοχὴ στὴν πηγὴ τῆς ζωῆς. Κι αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως ἢ τῆς Μετανοίας, ποὺ στὴν πραγματικότητα εἶναι μία συνέχεια τοῦ Βαπτίσματος. Μετανοῶ, στὴν πραγματικότητα σημαίνει, πεθαίνω γιὰ τὸ κακὸ καὶ τὴν ἁμαρτία, ἀπαρνοῦμαι τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου, καὶ ἀνασταίνομαι μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, ἐπανασυνδεόμενος μὲ τὸ ζωντανὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία. Ἡ σύνδεση τοῦ Μυστηρίου αὐτοῦ μὲ τὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἔντονη ἐπιθυμία τῶν πιστῶν νὰ σπεύδουν αὐτὴ τὴν περίοδο στὴν ἱερὰ Ἐξομολόγηση.

Τέλος, μὲ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἐπισφραγίζεται ἡ ἐνσωμάτωση τοῦ πιστοῦ στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐκφράζεται ἡ τέλεια ἑνότητα μαζί του. Ὅπως τὸ εἶπε ὁ Χριστὸς «Ὁ τρώγων μου τν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει κἀγὼ ἐν αὐτῷ»[20]. Κάθε φορὰ ποὺ ἀξιωνόμαστε κανονικὰ προετοιμασμένοι νὰ κοινωνήσουμε τὰ ἄχραντα Μυστήρια ἐπιβεβαιώνουμε αὐτὴ τὴν ἐσώτατη σχέση, τὴν ἀληθινὴ συνάφεια μὲ τὸ Χριστὸ καὶ τὴν πραγματικότητα ὅτι εἴμαστε ὄντως μέλη τοῦ Σώματός του. Γι᾿ αὐτὸ δὲν μπορεῖ κάποιος νὰ κοινωνήση, ἐὰν δὲν εἶναι πλήρως ἑνωμένος μὲ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸν αἱρετικό ἢ τὸν ἀμετανόητο ἁμαρτωλό.

Κάθε χριστιανός, λοιπόν, ποὺ βαπτίστηκε κανονικά, ποὺ μετανοεῖ εἰλικρινὰ καὶ ἐξομολογεῖται, ποὺ κοινωνεῖ τακτικά, προσεκτικὰ καὶ προετοιμασμένα τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, αὐτὸς παραμένει ἄρρηκτα, ὀργανικὰ ἑνωμένος μαζί του. Ἡ πραγματικὴ αὐτὴ ἕνωση δίδει τὴν δυνατότητα στὸν χριστιανὸ νὰ δέχεται πλούσια τὴ θεία χάρη καὶ τὶς εὐεργεσίες τοῦ ἀναστημένου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ ὑπομένη μὲ πίστη καὶ ἐλπίδα κάθε ἐξωτερικὴ ἐπιβουλή, κάθε θλίψη καὶ πειρασμό.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος θέτει ὡς βασικὴ προϋπόθεση γιὰ νὰ κληρονομήσουμε τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ τὴν αἰώνια δόξα, νὰ μποῦμε, δηλαδὴ, στὸν Παράδεισο, τὴ συμμετοχή μας στὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ. «Ἐὰν εἴμαστε τέκνα, εἴμαστε καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν τοῦ Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ τοῦ Χριστοῦ, ἐὰν πράγματι πάσχουμε μαζί του, ὥστε καὶ νὰ δοξασθοῦμε μαζί του»[21].

Ὁ Χριστὸς στὴν ἱστορικὴ πορεία μαζὶ μὲ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας προδίδεται, περιπαίζεται, μαστιγώνεται, καταδικάζεται, σταυρώνεται, ποτίζεται μὲ ὄξος καὶ χολή, πεθαίνει, θάπτεται. Σ᾿ αὐτὰ τὰ πάθη συμμετέχει ὁλόκληρο τὸ Σῶμα, ὅλα τὰ μέλη τοῦ Σώματος, ὅλοι οἱ πιστοὶ ὅλων τῶν αἰώνων. Ὁ κάθε πιστὸς συμμετέχει σὲ ὅλα τὰ μαρτύρια τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ καθὼς τὸ λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «εἴτε πάσχει ν μέλος, συμπάσχει πάντα τ μέλη»[22].

Ὁ ἴδιος ἀπόστολος, ποὺ ἔζησε πολλὲς φορὲς καὶ πολὺ ἔντονα θλίψεις, πειρασμοὺς καὶ διωγμοὺς μᾶς παραδίδει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο τὰ ἀντιμετώπισε. Τὸν βρίσκουμε σ᾿ ἕναν πολὺ παράδοξο λόγο του, τὸν ὁποῖο ἀπευθύνει πρὸς τοὺς χριστιανοὺς τῶν Κολοσσῶν: «Νῦν χαίρω ν τοῖς παθήμασί μου ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ἀνταναπληρῶ τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ Ἐκκλησία»[23]. Ἀντιμετωπίζει τὰ παθήματά του ὁ Ἀπόστολος μὲ χαρά. Κι αὐτὸ συμβαίνει ἐπειδὴ μὲ τὰ παθήματα ἀνταναπληροῖ τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ.

«Ἀνταναπληρῶ τ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου ὑπρ τοῦ σώματος αὐτοῦ» σημαίνει πὼς ὁ,τιδήποτε πάσχω καὶ ὑποφέρω στὸ βίο μου, τὸ ὑπομένω ὡς μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, οἱ ἐξωτερικοὶ πειρασμοί, οἱ ἀδικίες, οἱ συκοφαντίες, οἱ ἀποτυχίες, οἱ οἰκονομικὲς δυσκολίες, οἱ θλίψεις, οἱ ταπεινώσεις, οἱ ἀρρώστειες καὶ οἱ κάθε εἴδους δυσκολίες, ποὺ ἀντιμετωπίζω μὲ τὸ φρόνημα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων, εἶναι ἐνδείξεις ὅτι συμπορεύομαι μὲ τὸν Ἰησοῦ πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα, ὅτι συμπάσχω μαζί του, ὅτι συμμετέχω στὸ πάθος του ὡς ζωντανὸ μέλος τοῦ Σώματός του.

Ὅλοι μας ὡς ἐνεργὰ μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ εἴμαστε ἀνεβασμένοι ἐπάνω στὸν Σταυρό. Κι ὅλοι, ὅσοι δὲν ἀποδιώχνουμε τὸν σταυρό μας, τὶς θλίψεις καὶ τοὺς πειρασμούς, ἀνασταινόμαστε μαζί του.

Κλασσικὸ παράδειγμα συμπορεύσεως στὸ Πάθος καὶ στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ ὁ βίος τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, τὴν ὁποία ἰδιαίτερα τιμᾶ σήμερα ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Ὑπῆρξε συγκλονιστικὴ ἡ μετάνοια τῆς πρώην πόρνης γυναικός, ὅταν προσπάθησε νὰ εἰσέλθη στὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Ἀναστάσεως τῶν Ἱεροσολύμων καὶ ἐμποδίστηκε ἀπὸ ἀόρατη θεία δύναμη. Κι αὐτὴ ἡ μετάνοια ἐπιβεβαιώθηκε μὲ τὴν ἀνυπέρβλητη ἄσκηση μέσα στὴν ἔρημο ἐπὶ σαράντα ἑπτὰ ὁλόκληρα χρόνια, μέχρι τὴν ὥρα πού κοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια καὶ παρέδωκε τὸ πνεῦμα της στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὅλη αὐτὴ ἡ πορεία τῆς ὁσίας Μαρίας εἶναι μία συμπόρευση στὸ Πάθος καὶ στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

Ὅταν, λοιπόν, ὁμιλοῦμε γιὰ συμπόρευση μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ γιὰ συμμετοχὴ στὸ Πάθος καὶ στὴν Ἀναστασή Του, δὲν ἐννοοῦμε μία συμβολική, θεωρητικὴ ἀκολουθία τοῦ Ἰησοῦ, ποὺ πρίν ἀπὸ 2.000 χρόνια πορεύθηκε γιὰ τελευταία φορὰ τὸ δρόμο πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα. Οὔτε τὶς θεατρινίστικες παραστάσεις ποὺ ἐπιχειροῦν κάποιοι αἱρετικοί, κουβαλώντας στοὺς ὤμους τους ξύλινους σταυρούς, ἢ σταυρούμενοι ἐπάνω σ᾿ αὐτούς. Οὔτε ἐννοοῦμε ἁπλῶς μία συναισθηματικὴ συμπόρευση, ποὺ θὰ πλημμυρίση τὰ μάτια μας μὲ δάκρυα καθὼς θὰ ἀντικρύσουμε μπροστά μας τὸν Ἐσταυρωμένο τὸ βράδυ τῆς Μ. Πέμπτης ἢ καθὼς θὰ ἀκολουθοῦμε τὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου τὴ Μ. Παρασκευή.

Ἡ συμπόρευσή μας πρὸς τὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία πραγματικὴ πορεία μαζί Του, στὸ σήμερα, στὸ τώρα, μία ἀληθινὴ συμμετοχὴ στὰ συγκλονιστικὰ γεγονότα τῆς ζωῆς του, ποὺ τὴν κάνει δυνατὴ ἡ συμμετοχή μας στὰ Ἅγια Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ βέβαια προϋποθέτει ὅτι ἔχουμε ταυτίσει τὸ φρόνημά μας μὲ τὸ φρόνημα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νὰ αἰσθανόμαστε βαθιὰ τὸν πόνο γιὰ τὴν ἁμαρτία, νὰ βιώνουμε τὴ μετάνοια κάτω ἀπὸ τὸ πετραχήλι τοῦ πνευματικοῦ, νὰ ὑπομένουμε μὲ καρτερία καὶ ἐλπίδα τοὺς ποικίλους πειρασμοὺς καὶ νὰ καταφεύγουμε «κεκαθαρμέναις διανοίαις», μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης στὸ Μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας, ποὺ θὰ μᾶς διατηρήσει σύσσωμους καὶ σύναιμους μὲ τὸν Χριστό.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅλοι μαζί, κλῆρος καὶ λαός, ὡς Σῶμα Χριστοῦ πορευόμαστε κι αὐτὴ τὴ Σαρακοστὴ πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα. Ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ ξανακούγεται καὶ μᾶς συμπεριλαμβάνει ὅλους, ὅσους εἴμαστε βαπτισμένοι καὶ ἐπιθυμοῦμε νὰ τὸν ἀκολουθήσουμε.

Ἰδο ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα. Αὐτὸ γίνεται ἀληθινά, πραγματικά. Τὴν ἐρχόμενη Κυριακή, ποὺ θὰ πλημμυρίσουμε τοὺς ἱερούς μας Ναοὺς θὰ ζήσουμε ἔνδοξες στιγμές. Θὰ εἰσέλθουμε κι ἐμεῖς στὰ Ἱεροσόλυμα ὡς μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Θὰ κρατήσουμε στὰ χέρια μας τὰ βαΐα. Θὰ τὰ ἀνεμίσουμε στὸν ἀέρα καὶ θὰ κραυγάσουμε μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς μας: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»[24]. Θὰ περπατήσουμε μέσα στὴν πόλη. Θὰ πᾶμε μέχρι τὴ Βηθανία. Ἐκεῖ, στὸ σπίτι τοῦ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ θὰ ὀσφρανθοῦμε τὴν εὐωδία ἀπὸ τὸ πολύτιμο μύρο, ποὺ θὰ χυθῆ στὰ ἄχραντα πόδια τοῦ Χριστοῦ.

Θὰ ξαναγυρίσουμε πάλι στὴν πόλη. Θὰ καθίσουμε μαζί του στὸ τελευταῖο Δεῖπνο. Ἐκεῖ θὰ ἀκούσουμε τὸν παραπονεμένο του λόγο: «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, κάποιος ἀπ σᾶς θὰ μὲ προδώση»[25]. Κι ἐμεῖς θὰ κοιταχτοῦμε μεταξύ μας, θὰ ἀνασηκώσουμε τὸ κεφάλι καὶ θὰ τολμήσουμε νὰ ψελλίσουμε δειλά: «Μήπως εἶμαι ἐγώ, Κύριε;»[26].

Ἰδο ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα. Θὰ ὑμνήσουμε μαζὶ μὲ τὸ Χριστό. Θὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸ ὑπερῶο. Θὰ τὸν ἀκολουθήσουμε πέρα ἀπὸ τὸν χείμαρρο τῶν Κέδρων… Θὰ νιώσουμε τὶς αἱμάτινες σταγόνες τοῦ ἱδρώτα νὰ αὐλακώνουν τὸ δικό μας σῶμα καὶ νὰ ποτίζουν τὸ χῶμα στὴ δική μας Γεθσημανῆ. Θὰ ραγίση ἡ καρδιά μας στὸ ἄκουσμα τῆς ἐναγώνιας προσευχῆς: «Πάτερ, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾿ ὡς σύ»[27].

Ἰδο ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα. Θὰ ἀγανακτήση ἡ ψυχή μας, ὅταν θὰ δοῦμε μέσα στὴ νύχτα τοὺς ἄγριους ροπαλοφόρους ἕτοιμους νὰ συλλάβουν τὸν Κύριό μας καὶ ἐμᾶς μαζί του, ποὺ εἴμαστε μέλη τοῦ Σώματός του. Θὰ δαγκάσουμε τὰ χείλη μας, ὅταν τὰ χείλη τοῦ προδότη θὰ τοῦ δώσουν τὸ δόλιο φίλημα. Θὰ ἀναστενάξουμε βαθιά, ὅταν θὰ βλέπουμε νὰ βάζουν τὰ χέρια τους ἐπάνω του γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴ δίκη.

Ἰδο ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα. Θὰ εἴμαστε μαζί του στὴ διαδικασία τῆς δίκης. Στὴν αὐλὴ τοῦ Ἄννα καὶ τοῦ Καϊάφα. Στὸ λιθόστρωτο τοῦ Πιλάτου.

Θὰ πονέσουμε πολὺ μὲ τὴν ἄρνηση τοῦ Πέτρου, «Οὐκ οἶδα τν ἄνθρωπον»[28]. Τὸ ἴδιο καὶ μὲ τοὺς κατευθυνόμενους ἀλλαλαγμοὺς τοῦ μανιασμένου ὄχλου: «Σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν»[29]. Καὶ μὲ τοὺς ἐμπαιγμοὺς τῶν στρατιωτῶν μὲ τὴν κόκκινη χλαμύδα, μὲ τὸ ἀκάνθινο στεφάνι, τὰ ἀγκάθια τοῦ ὁποίου θὰ τρυποῦν τὴν δική μας κεφαλή, τὴν Κεφαλὴ τοῦ Σώματός μας.

Ἰδο ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα. Θὰ ἀκολουθήσουμε τὸ ἀνταριασμένο πλῆθος, ποὺ κατευθύνεται στὸ Γολγοθᾶ. Θὰ σφιχτῆ ἡ καρδιά μας, ὅταν δοῦμε τὴν κεφαλὴ τοῦ Σώματος, τὸν Κύριό μας, νὰ λυγίζη κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ χονδροκομμένου ξύλου, τοῦ σταυροῦ του.

Θὰ φθάσουμε στὸν τόπο τοῦ κρανίου. Θὰ ζήσουμε τὶς μεγάλες ὧρες. Θὰ σφίξουμε τὰ χέρια μας ἀπὸ πόνο, καθὼς θὰ ἀκοῦμε τοὺς χτύπους τῶν καρφιῶν. Κι ὅταν θὰ πλησιάζει στὸ ξηραμένο στόμα του ὁ σπόγγος μὲ τὸ ξύδι καὶ τὴ χολή, ἐμεῖς θὰ κλείσουμε τὰ μάτια μας. Θὰ κλάψουμε. Θὰ κλάψουμε δυνατά, ὅταν θὰ ἀκούσουμε τοὺς τελευταίους του λόγους: «Τετέλεσται. Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθημι τ πνεῦμά μου»[30]. Θὰ περάση τὴν καρδιά μας δίστομη ρομφαία, ὅπως τὴν καρδιὰ τῆς Παναγίας, καθὼς θὰ ἀντικρύζουμε τὸν ἄνδρα τῆς φρουρᾶς νὰ βυθίζη τὸ ξίφος στὴν πλευρὰ τοῦ ἁγίου Σώματος.

Θὰ τὸν δοῦμε μετέωρο, μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς, τὸν Κύριό μας, τὴν κεφαλὴ τοῦ Σώματός μας, τὸν Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς εἶδος, χωρὶς κάλλος, νεκρό, στὸ ἔσχατο σημεῖο τῆς ταπεινώσεως.

Ἰδού, Σεβασμιώτατε, πατέρες καὶ ἀδελφοί, ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα. Αὐτὴ τὴ φορὰ θὰ ἀνεβοῦμε κι ἐμεῖς στὸν σταυρό μας; Θὰ ἀρνηθοῦμε τὴ φιλαυτία μας; Θὰ συντρίψουμε τὸ ὑπερφίαλο «ἐγώ» μας; Θὰ σταυρώσουμε τὸν παλαιό μας ἑαυτό; Θὰ θανατώσουμε τὰ ἁμαρτωλά μας πάθη; Θὰ συγχωρήσουμε, ὅπως Ἐκεῖνος; Θὰ ἀγαπήσουμε, ὅπως Ἐκεῖνος; Θὰ πεθάνουμε θυσιαστικὰ μαζί του; Τότε, ὁπωσδήποτε καὶ θὰ ἀναστηθοῦμε μαζί του.

«Δεῦτε οὖν κα ἡμεῖς κεκαθαρμέναις διανοίαις συμπορευθῶμεν αὐτῷ κα συσταυρωθῶμεν κα νεκρωθῶμεν δι᾿ αὐτν ταῖς τοῦ βίου δοναῖς, ἵνα κα συζήσωμεν αὐτῷ». Ἀμήν.

Ἀρχιμ. Αὐγουστῖνος Γ. Μύρου, Δρ Θ.

[1] 10,32.

[2] Ἰω. 10,11.

[3] Μρκ. 10,33-34.

[4] Μρκ. 15,41.

[5] Ἀπὸ τὸ α΄ ἰδιόμελο τῶν Αἴνων τοῦ Ὄρθρου τῆς Μ. Δευτέρας.

[6] Μτθ. 7,23.

[7] Α΄ Κορ. 15,20.

[8] Κολ. 1,18.

[9] Ψα. 23,9.

[10] α΄ στιχηρὸ ἰδιόμελο Ἑσπερινοῦ τῶν Βαΐων.

[11] α΄ κάθισμα Ὄρθρου Μ. Δευτέρας.

[12] Ἐξαποστειλάριον Ὄρθρου Μ. Δευτέρας.

[13] στ΄ ἀντίφωνον Ὄρθρου Μ. Παρασκευῆς.

[14] ιε΄ ἀντίφωνον Ὄρθρου Μ. Παρασκευῆς.

[15] α΄ στιχηρὸ ἰδιόμελο Ἑσπερινοῦ Μ. Σαββάτου.

[16] Ἑβρ. 13,8.

[17] Ἰω. 3,5.

[18] Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. Βλ. Γαλ. 3,27.

[19] Ἀπὸ τὸν Ἀναστάσιμο Κανόνα, β΄ τροπάριον γ΄ ᾠδῆς.

[20] Ἰω. 6,56.

[21] Ρωμ. 8,17.

[22] Α΄ Κο. 12,26.

[23] Κολ. 1,24.

[24] Ἰω. 12,13.

[25] Ὅ.π., 13,21.

[26] Μτθ. 26,22. Ἰω. 13,22.

[27] Μτθ. 26,39.

[28] Αὐτόθι, 72.

[29] Λκ. 23,21.

[30] Αὐτόθι, 46. Ἰω. 19,30.